Χρονογράφημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
         << Πιστεύω ότι ένα φύλλο χλόης δεν είναι κάτι πιο μικρό απ’ των αστεριών το μεροδούλι. Και το μερμήγκι είναι όμοια τέλειο και της άμμου ένα σπυράκι και τ’ αυγό μιανού σπουργίτι κι ο βάτραχος αταίριαστο αριστούργημα κι ο ποντικός ακόμ’ είν’ ένα θάμα που φτάνει να κλονίσει εκατομμύρια άπιστους… >> αυτά διάβαζα τότε για να σταθώ όρθιος και να ξεχνώ το πένθιμον του τόπου όπου ζούσα.

Χρονογράφημα του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
           Δεκαετία του εξήντα, κράτος διαλυμένο, κοινωνία ερωτοτροπούσα με τους  βολεμένους, παιδεία  αναμασούσα τους  υπερσυντέλικους και τα << γαρ σφετέρησιν >>.  Κι εγώ βρέθηκα από την Πρώτη γυμνασίου στη Δευτέρα μ’ ένα φιλόλογο μικρονοϊκό , ολίγιστο και πάσχοντα από ψυχική βλάβη νερώνειου βαρβαρισμού, εν ολίγοις ένα  λακέ της εξουσίας που εκπροσωπούσε άριστα την τυραννία  των ηλιθίων εκπαιδευτικών.

Διήγημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
               Δώθε κατά τα χωριά του Νότου πολλοί ήταν οι σπουδαγμένοι. Έτσι με το πτυχίο στο χέρι ένιωθαν δυνατοί, εξασφάλιζαν τον άρτο τον επιούσιο και ξεχώριζαν μέσα στο πλήθος.

Χρονογράφημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
Λίγα χρόνια πριν, τις μέρες μας κάποιο διψασμένο χειλάκι τις άρταινε με τη γλύκα του. Τις νύχτες μας ένα μελί φεγγάρι πάντα έσκαζε στον ουρανό και τις φώτιζε. Στο τραπέζι μας ο άρτος έστω και μπουκίτσες το χρέος του το ‘κανε. Το τσουκάλι έβραζε, το ρεβίθι μπόλικο στο πιάτο, χούφτες οι ελιές στο φτωχικό μας σιτηρέσιο. Κι όλο το ζην μας προχωρούσε άλλοτε ορειβατώντας σε Κιλιμάντζαρα κι άλλοτε περιπατώντας σε χαμηλά γηλοφάκια.

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΌΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

          Μέρες τώρα η πόλη έβραζε σαν ηφαίστειο και δεν έλεγε να ησυχάσει όσο κι αν ο καλός Θεός της υποσχόταν στις δυο αντίπαλες παρατάξεις, τους πλούσιους και τους φτωχούς, πως θα  μεσολαβούσε για άλλη μια φορά  να φέρει την ειρήνη ανάμεσά τους, για να πάψει πια να χύνεται τόσο αίμα άδικα στους δρόμους και ο τρόμος που φτερούγιζε σαν μαύρο φάντασμα από γωνιά σε γωνιά να έφευγε για πάντα.

Διήγημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
Στην  πολυτελέστατη θαλαμηγό του << Σοράγια >> θα γιόρταζε την εικοστή πέμπτη επέτειο της θητείας του στην εξουσία της χώρας του ο  δικτάτορας Μοχάμεντ Φαριγιάρ. Γι’ αυτό σκέφτηκε να καλέσει τους επιτελείς του στη μεγάλη σάλα της και μέσα σε ατμόσφαιρα χλιδής, υπεροψίας και εκφοβισμού να τους μιλήσει για το μεγαλείο και την πρόοδο της πατρίδας τους κάτω από το στρατιωτικό καθεστώς το οποίο τόσο επιτυχώς εκπροσωπούσε!

Χρονογράφημα του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου  
                    Παις ήμουν  όταν ο γεννήτορας με πήγε στο αμπέλι να δω το σκιάχτρο. Μια ευφάνταστη χειροποίητη δημιουργία από παλιόρουχα με όψη ανθρώπου κρεμασμένο στην είσοδο για να διώχνει τα σπουργίτια και τα κοτσύφια που έτρωγαν τα σταφύλια.  Όλη αυτή η εικόνα και η συμβολική φράση του γεννήτορα << μας παίρνουν την μπουκιά  απ’ το στόμα κάποιοι >>  ήταν και  η αρχή  του  <<  φιλοσοφείν >> μου στην επικρατούσα στυγνή αντιπαλότητα που θα συναντούσα στη ζωή όταν αργότερα θα μεγάλωνα.

Χρονογράφημα Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
                 Κατέβαινα την Ελευθερίου Βενιζέλου όταν ήρθα φάτσα με φάτσα με τον Πλάτωνα. Σταματήσαμε πέραν του ορίου του ενός μέτρου και πριν τον καλημερίσω, μου είπε εκπνέοντας δακτυλίδια καπνού σε ύψη και σε μάκρη. << Παρακούς την εντολή, ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΠΙΤΙ και γυρνάς; Γιατί; >> Γέλασε και συμπλήρωσε: << Κι εγώ επίορκος θα μου πεις είμαι ή ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω >> και μου ‘δειξε στον ακάλυπτο  του << Onore >> που είχε κατεβάσει τα ρολά, ένα τραπέζι με δυο καθίσματα.

Χρονογράφημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
      Παρακάμπτω τα << πόθεν >> που έχουμε σαν άνθρωποι για να αναφερθώ στα << έσχες >> της ψυχής μας.  Ανάγκη αδήριτη. Γιατί η κυρά Μαρία όταν μου έλεγε την ιστορία, έμοιαζε καράβι ακυβέρνητο δίχως φώτα, στη φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Χρονογράφημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
           Περνούν οι καιροί και συ σκέφτεσαι τα περασμένα. Τότε που τσέπωσα το διοριστήριο και σκαπέτησα τρεις ώρες ποδαράτο στην κορφή του βουνού να βγάλω το μεροκάματο. Το χωριό άγριο, γεμάτο βοωδή δικέρατα, χίτισσες αφαλαρίδες και άφραγκους σκαφτιάδες που φορούσαν το ίδιο τρύπιο παπούτσι και το μπαλωμένο παντελόνι όλο το χρόνο.  Πριν φτάσω βρήκα το χείμαρρο φουσκωμένο, τα πέριξ κρυμμένα στην ομίχλη και στην αφάνα, τ’ όνομά μου σκαλισμένο σ’ ένα  βράχο να διαδηλώνει και να μου φωνάζει να γυρίσω πίσω. Ρίχτηκα στο νερό, το νερό μέχρι το στήθος, την ψυχή μου έκανα σημαία και βγήκα απέναντι. Γλιτωμένος μπήκα στο χωριό, η ανάσα μου συνήλθε, στο σπίτι ύστερα του πρόεδρου έστεκα καλά. Μπορούσα να μιλήσω και να δοκιμάσω τας σώας φρένας μου, απαγγέλλοντας : << Προστάτιν σε της ζωής επίσταμαι και  φρουράν ασφαλεστάτην, Παρθένε… >>