Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2021 19:57

Καλλιτέχνης - θαρραλέος - τολμηρός - "Παρακμάζουμε 200 χρόνια τώρα και το γιορτάζουμε κιόλας!"

ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΑΣΟΣ ΑΡΙΔΑΣ 
Είχα τη μεγάλη τύχη, χάρη και στον δικηγόρο Ηλία Γιαννόπουλο, να συναντήσω τον γνωστό Έλληνα ζωγράφο Τάσο Αριδά, στο εργαστήριό του, στην Πάνω Πόλη της Κυπαρισσίας. Δέχτηκε να κάνουμε συνέντευξη. Κράτησε πάρα πολύ και θα κρατούσε πάρα πολύ περισσότερο ακόμη, αν η ανάγκη του να συνεχίσει να ζωγραφίζει δεν έβαζε τέλος στη συνάντησή μας, που πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά τον Δεκαπενταύγουστο. 

Επιτέλους στη συνέντευξη αυτή ο συνομιλητής μου δεν καταδέχτηκε να μείνει στα τετριμμένα, τα εύκολα, στα λόγια που ακούγονται ευχάριστα σε όλους. “Αν είχαμε επίγνωση του τι γιορτάζουμε οι νεοέλληνες και πώς το γιορτάζουμε, μνημόσυνο θα κάναμε όχι «γιόρτι»”, λέει ο Τάσος Αριδάς. Πάμε να δούμε πως στηρίζει αυτή τη θέση του:

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Σταύρο Χ. Μαρτίνο


«Ιούνιος. Πρωϊνός περίπατος». (παραλία Καλαμάτας) - ακρυλικό σε χαρτόνι 60 χ 45 εκατ

    -Οικονομική κρίση, πανδημία, κλιματική αλλαγή, πυρκαγιές…. τι ζούμε κ. Αριδά; 

Πολλαπλά τα ερωτήματα σε μία ερώτηση: ας προσπαθήσουμε συνολική απάντηση ξεκινώντας σοφιστικώ τω τρόπω. Περί το 460 π. Χ  διετυπώθη η ρήση: "Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε μη όντων ως ουκ έστιν".

     Η λέξη «κλειδί» ερμηνείας στην ανωτέρω φράση είναι η λέξη «χρήματα», προέρχεται από το ρήμα χράομαι. Για τους Έλληνες σήμαινε κάτι που του κάνω χρήση και όχι κατ΄ ανάγκη τη νομισματική αξία. Λογικό επόμενο ο Γερμανός ελληνιστής Wilhem Nestle, ερμηνεύοντας τη φράση του Πρωταγόρα, ερμηνεύει τα «χρήματα» γενικά, ως ποιότητες, ως πεποιθήσεις, ως αρχές, ως εσωτερική συγκρότηση…. Και μάλιστα υπάρχουν, αν τους κάνει χρήση (χράομαι) και στο βαθμό που τις εξασκεί ο άνθρωπος. ‘Άλλως «των δε μη όντων ως ουκ έστιν». Πάντως δεν νοείτο αξία άνευ του ανθρώπου. Τώρα ζούμε την αντιστροφή της αρχαίας ρήσης. Το υποκείμενο της προτάσεως έχει πάρει την θέση της προσδιοριστικής γενικής. Το ρηθέν έχει μεταστραφεί ως εξής. "Πάντων ανθρώπων μέτρον εστίν χρήματα και μάλιστα τα «χρήματα» με την τρέχουσα έννοια, ως νομισματική αξία. Εδώ μπαίνει και η τελεία. (Άλλωστε το υπόλοιπο του ρητού δεν αναφερόταν ποτέ ούτε απ΄ αυτούς που το είχαν διαβάσει ολόκληρο). Θυμάμαι παιδί παλινόστησαν στην γειτονιά ελληνοαμερικάνοι, με καταγωγή απ’ τα γύρω χωριά. Πραγματικοί παλιννοστούντες δηλαδή, όχι όπως λέμε «παλιννοστούντες» τους Ποντίους εκ Γεωργίας. Οι γείτονες τους αποκαλούσαν «Αμερικάνους» σκέτο. Μιλούσαν μια παράξενη για μένα γλώσσα με λέξεις που είχαν αγγλική ρίζα με ελληνική κατάληξη. Τα μοτοποδήλατα της εποχής φερ’ ειπείν τα αποκαλούσαν «μπασίκλες» κλπ. Όταν γνωρίζονταν με κάποιον, δεν τον ρωτούσαν τι κάνει ή τι δουλειά κάνει. Τον ρωτούσαν τι χρήματα κάνει. Φαίνεται ότι η Αμερικανική αυτή κουλτούρα έχει προ πολλού καιρού γίνει παγκόσμια. Προσωπική η γνώμη, ότι πίσω κι απ’ το φόβητρο της «κλιματικής αλλαγής» το χρήμα κρύβεται. Έγκριτοι γεωφυσικοί βεβαιώνουν ότι, όταν διετυπώθη η ανωτέρω ρήση του Έλληνος σοφιστού, η θερμοκρασία στη Γη ήταν δύο βαθμοί περισσότεροι από την τωρινή. Ο Πρωταγόρας κυκλοφορούσε με ένα χιτώνα χειμώνα –καλοκαίρι, από Δεκέμβριο θα φόραγε τον χειριδωτό του (μάλλινο) χιτώνα και τα βράδια θα έβαζε που και που ιμάτιο. Δεν αναφέρουν ιστορικές πηγές ούτε οι γεωλογικές έρευνες για πλημμύρες, επειδή έλιωσαν οι πάγοι, ούτε ότι οι αρκούδες έφευγαν ασθμαίνουσες από τις χώρες των βορείων ή υπερβορείων για τον βόρειο Πόλο. Η δε γεωγραφική φυσιογνωμία στη γη χιλιάδες χρόνια πριν τον Πρωταγόρα και δυόμιση και πλέον χιλιάδες χρόνια μετά, παραμένει η ίδια. Και μάλλον έχω την ίδια απορία μ’ αυτόν που (δοκησίσοφα όντως)  ανερωτήθη: από ποτέ τους εμπρησμούς τους λέμε «κλιματική αλλαγή»;  Όσο για την «κρίση», τι κάνει νιάο - νιάο στα κεραμίδια (ας όψονται οι νομισματικές αξίες, αυτή τη φορά,  κυρίως τα παράγωγά τους για γρήγορη συγκέντρωση κεφαλαίου σε όσο γίνεται λιγότερους). Αυτή αφορά σε χώρες ανεπτυγμένου καπιταλισμού που έχουν βαριές βιομηχανίες, που μπορεί να τις πλήξει, και πάλι όχι σε όλες τις χώρες και όχι παγκοσμίως, αφορά κυρίως σε χώρες του δυτικού ημισφαιρίου. Συνήθως επρόκειτο για κρίσεις πολιτισμικές – αξιακές, που -με καταλύτη πολιτικές αποφάσεις,- μετατρέποντο  μοιραίως και σε οικονομικές ως επακόλουθο σύμπτωμα. Σήμερα, η παγκοσμιοποιημένη οικονομία έχει ξεπεράσει και δεν χρειάζεται αυτόν τον καταλύτη. Αρκεί η πλεονεξία των golden boys του παγκοσμιοποιημένου τζόγου. Όσον αφορά στην περίπτωση μας (παρ΄ ότι έχουμε δύο, βαριές εποχικές βιομηχανίες - τον τουρισμό και τον πολιτισμό) δεν ήταν κρίση, ήταν επανανοηματοδότηση προϊούσης παρακμής.  Παρακμάζουμε 200 χρόνια τώρα: και προς δόξαν του νεοελληνικού παραλόγου το ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΚΙΟΛΑΣ αναλόγως…

 

  - Δεν θα έπρεπε να γιορτάζουμε για το 1821;  Και τι εννοείτε με το «παρακμάζουμε τώρα 200 χρόνια»;

Θα έπρεπε, βέβαια, αλλά νοηματοδοτημένα. Όχι μόνο εθιμικώ δικαίω, όχι χαζοχαρούμενα ή δια παραγγελτικών επιτροπών καληώρα, σαν να κάνουμε γυμναστικές επιδείξεις. Τέτοιες μπορούν να ταιριάζουν στους Βορειοκορεάτες   Όχι σε μας. Αν έχεις και λόγους να συγκριθείς εορτάσιμα με τους «απόκοτους», «εμπαθείς», «αγραμμάτους» και με μύρια άλλα όσα στολίζονται (και από μέλη της επιτροπής ας μην τα μνημονεύσομε) οι επαναστατήσαντες προγόνοι, -πλην υπερήφανοι γι΄ αυτό που ήταν- τότε η γιορτή μπορεί να μεστώσει νοήματος από μόνη της και γίνεται γλέντι. Να το πούμε στην καθαρεύουσα  «πατιρντί κανονικό» -που τραγουδούσε και ο μακαρίτης ο Παπάζογλου- και πάνε περίπατο και οι επιτροπές  και τα παρόμοια. Ειρήσθω εν παρόδω. Αξίζει τον κόπο να διαβάσετε τον νόμο, που ορίζει την επιτροπή εορτασμού και τους σκοπούς κηδεμονίας της, πέντε άρθρα είναι ∙ και θα καταλάβετε πέραν του χαζοχαρούμενου και το υποβολιμαίο του πράγματος. Γιορτάζουν οι νεοέλληνες τα 200 χρόνια του «κράτους πρότυπο»!  Με ταπεινωτική επιτροπεία, χαμένη κυριαρχία υποθηκευμένο σε χρονικό βάθος αιώνος ό,τι τους είναι υλικά αλλά και ηθικά πολύτιμο, κλπ… κλπ!!! Μοιάζει φυσικό επόμενο που το γιόρτασαν (συντελούσης της όποιας συγκυρίας) έγκλειστοι και μασκοφορεμένοι! Και όχι μόνο εξ αυτού φιμωμένοι. Και οι θεσμικοί κρατικοί άρχοντες μόνοι αυτοί με τους εκπροσώπους των προστάτιδων δυνάμεων ερήμην λαού. Ήταν και θρησκευτική εορτή: καμπάνα δεν ακούστηκε από τους εδώ  ενοριακούς ναούς…. Είμαστε άλλος λαός πια. Αποτύχαμε επί σειρά ετών να δώσουμε  εόρτιο νόημα στο επαναστάσιμο γεγονός, καθοριστικό  της νεότερης υπόστασεώς μας. Εξ αυτού λογικό επόμενο το «επιτελικό κράτος» δια των «επιτροπών εορτασμού» και των «κοινωνικών του εκπρόσωπων» να νοηματοδοτήσει τη γιορτή αυτή κατά πώς βούλεται και το συμφέρει. Συμβαίνει και με την ζωγραφική σε μικροκλίμακα: αδυνάτισε εσύ να δώσεις νόημα στη ζωγραφιά σου∙  θα την δώσει ο θεσμικά ειδικός και τότε δυνατόν να ξεχάσεις ακόμη και το ελατήριο που σε ώθησε να την ζωγραφίσεις. Δοθείσης της  ευκαιρίας εκ της πενθίμου συγκυρίας (την φυσική απώλεια του όντως μεγάλου Θεοδωράκη)∙ επισκέφθηκα και άκουσα -ανάμεσα στα άλλα- την «Ελλαδογραφία» του εξίσου μεγάλου  Γκάτσου με ερμηνεία του εκλιπόντος και σε μουσική σύνθεση του άλλου απελπιστικά απόντος (ως φυσική παρουσία) Μ. Χατζιδάκι . Στο δεύτερο χωρικό - του ως άνω  έργου- αναφέρει ο  Γκάτσος.

  Στο Σούλι και στην Αλαμάνα

κάναμε φως τη συμφορά

θα μας θυμούνται τάχα μάνα

καμιά φορά;

και απαντά στο αφηγηματικό μέρος ο ίδιος. 

Ματαία ελπίς. 

Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζώσας αιωνιότητας,

ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι

Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα νεοπαγούς κράτους, ήρχισαν να

προετοιμάζονται δια την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδος του έθνους. 

 Σε δυο προτάσεις τα «πάντα όλα», που λένε και οι πιτσιρικάδες 

       Για να είμαστε δίκαιοι, κάποιοι ελάχιστοι ψηλάφισαν την αλήθεια. Η συντριπτική πλειονότης όμως εορτάζει α- νοήτως. Έπρεπε να το πει και δικαίως ο κ. Γιανναράς. Μα: «Η ανοησία είναι ανέορτος»!  Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της ερωτήσεώς σας περί της οιονεί παρακμής μας θα σας παραπέμψω εις την επίκρισιν του Δ. Ν. Βερναρδάκη των κατά την (πάλι) 25ην Μαρτίου του 1872 εν Αθήναις των εκφωνηθέντων στίχων υπό του κ. Αρ. Βαλαωρίτου,)…≪Τοιουτοτρόπως κατωρθώσαμεν οι θαυμάσιοι αυτό το θαύμα των θαυμάτων: να παρακμάσωμεν χωρίς να ακμάσωμεν≫…έγραψε. Το 1872! Όπως βλέπετε το πρόβλημα μας αυτό ήτο παλαιόθεν διατυπωμένο. 


Σχεδίασμα «Καλοκαιρινό απομεσήμερο του Ιουνίου» (Το Κάστρο της Καλαμάτας) -  ελαιογραφία σε μουσαμά. 24x32cm

    -Δηλαδή εσείς δεν μετέχετε, δεν εορτάζετε;

Θα το ήθελα πολύ, κ. Μαρτίνο, να μετέχω στην χαρά της κοινότητος, ποίος δεν θα ήθελε; Ο μέγας Δημόκριτος αναφέρει ότι «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος». Κι έχω κουραστεί ήδη με το να μην κοινωνώ με τους άλλους πράγματα: είναι και η καραντίνα…. αλλά μου είναι αδύνατον να συνεορτάσω, γιατί πενθώ. 

 

      -Γιατί πενθείτε; και η καραντίνα δεν υφίσταται πλέον... 

Πενθώ για την Ελλάδα που χάνεται, αν δεν έχει ήδη χαθεί. Όσον αφορά  στην καραντίνα ∙ είναι μερική. Δεν μπορώ να είμαι στο εργαστήριο πέραν της πρώτης πρωινής ώρας. Εν πάση περιπτώσει, είναι οικειοθελής αυτή την φορά.  Προσπαθώ να είμαι σε ζωγραφική αυτοκαραντίνα και ασκούμε για την επόμενη πλήρη.

 

     -Τι ζωγραφίζετε;

Αυτά που συζητάμε. 

 

   -Δηλαδή; … Μπορούμε να τα δούμε; 

    Θα τα δείτε, κ. Μαρτίνο, αν ευτυχήσω στο αποτέλεσμα και βρω τη δύναμη να τα ολοκληρώσω: άλλως δεν θα τα δείτε. Για να μοιραστώ (εις μικρώ έστω) με κάποιον την απογοήτευση πιθανής αδυναμίας περάτωσής των. Πάντως αν ευτυχήσω να τα τελειώσω, θα είναι κατόπιν «εορτής». 

 

     - Μια και η κουβέντα ήλθε πάλι στη γιορτή. Οι συνάδελφοί σας όμως μετέχουν, γίνονται εκθέσεις στήνονται αγάλματα. Κάποιες εκδηλώσεις εικαστικές, τις εγκαινιάζει η ίδια η Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Εσάς  δεν σας κάλεσε κάποιος; 

       Με κάλεσαν, κ. Μαρτίνο. Δεν τα λέω αυτά από παράπονο. Και τουλάχιστον για  έναν ευγενέστατο άνθρωπο που δεν γνωριζόμαστε προσωπικά, στεναχωρήθηκα ιδιαίτερα. Ευρέθην στην πολύ δυσάρεστη θέση να αρνηθώ την τιμή που μου έκανε.  Μάλιστα είχα και το έργο σύμφωνα με την ειδική επιθυμητή θεματογραφία. Είχε γίνει σε ανύποπτο χρόνο πριν, εμπνευσμένο από τα σχεδιάσματα των ελευθέρων πολιορκημένων του  Δ. Σολωμού. Γιατί, με τις κατά παραγγελίαν « εμπνεύσεις»,  μοιραίως συντομότατες (ως εμπρόθεσμες) και οι εκτελέσεις τους….  είπαμε…., τα αποτελέσματα είναι συγγνωστά. Αλλά πώς να μετέχω; Ως Μετανοούσα Μαγδαληνή; Όταν ανεκοινώθη η δημιουργία επιτροπών εορτασμού, η μια ήταν των Ιδρυμάτων (Τραπεζών), δημοσίευσα τον σχετικό νόμο και απορίες μου επί των άρθρων -στοχεύσεων του, καλώντας τους καλλιτέχνες εικαστικούς να λειτουργήσουν τα αντανακλαστικά προ εικασίας τους. Ότι ο εγκλεισμός μας λόγω  κορωνοϊού ίσως βοηθά στην περίσκεψη και επανεξέταση ενεργειών αφορούντων  στα ουσιώδη της υπάρξεώς μας. Όσοι επιβιώσουμε θα τα ξαναεύρομε προκείμενα, ελπίζοντας όχι κακοποιημένα. Μου απάντησαν όσο μου απαντήσατε και σεις, που δεν το είδατε. Και τι δεν έγινε έκτοτε. Γιορτάζουν οι συνάδελφοι ελευθερία ανάπηρη - που έγραφε και ο συντοπίτης και φίλος Μ. Κατσαρός- διατιμημένη φτηνιάρικα  150 euro η "freedom pass" .  Στεναχωρήθηκα, επίσης, γιατί η έκθεση αυτή, -στην οποία δεν μετείχα εν τέλει,- είχε εγκαίνια  στο μουσείο του Ι.ΤΗ.Π. στην Τήνο (νησί με το οποίο έχω ιδιαίτερη σχέση) και κατάληξη στην Κέρκυρα τόπο καταγωγής του προσφιλέστατου μου Ι. Καποδίστρια.  Έχω δει τέτοια εγκαίνια «προχωρημένης» νεοτερικότητας  και μου ήλθε η σουρεαλιστική ιδέα, ότι αν παρίστατο και η προεδρική φρουρά θα δημιουργείτο τέτοια αντίστιξη Φολκλόρ –Μοντέρνου, ώστε θα εννοούσε ευθύς ο θεατής το βαθύτερο νόημα του Εοτασμού χωρίς να κουραστούν καθόλου οι ιστορικοί πάσης φύσεως. Άσε δε την συμβολή της φρουράς, στην φαντασμαγορία των εγκαινίων!


«ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ στο οροπέδιο του Φαλατάδου» (Τήνος) - ελαιογραφία σε μουσαμά 5ΟΧ79 εκατ

-“Προσφιλεστάτου” Ι. Καποδίστρια. Υπάρχει άλλος προσφιλέστατος  ή έστω προσφιλής από τους ήρωες του ΄21;  Και.. έργα με…. συγγνωστά αποτελέσματα, σαν να ακούω περί συγγνωστών αμαρτημάτων.  Να υποθέσω ότι δεν σας αρέσουν;  

    Πάλι δύο σε ένα τα ερωτήματα! Ας αρχίσουμε από το δεύτερο ανορδοδόξως, δι’ ερωτήσεών μου αυτή τη φορά. Εάν εσείς απαντάτε ειλικρινώς, παρακαλώ, ίσως καταλήξομε σε ασφαλές συμπέρασμα. Λοιπόν, μου λέτε «στήνονται» αγάλματα. Εδώ δεν έστησαν. Στην Καλαμάτα, ως πρωτεύουσα, ή σε άλλες πόλεις μπορεί να έστησαν. Και αν είναι έτσι, εσείς τα είδατε; 

 

-Τα είδα 

    Και Αγαλλιάθητε; Νιώσατε υπερήφανος ότι ανήκετε σε ετερότητα που μπορεί στην ύλη να εμπερικλείσει πνεύμα διδάσκον αξίες;  Πληρωθήκατε χαράς σαν μέτοχος, ως ενεργός πολίτης, σε αυτήν την ετερότητα, σ’ αυτήν την κοινότητα. Τρέξατε στους φίλους σας παρακινώντας τους να τα δουν, να μοιρασθείτε μαζί τους την αγαλλίαση; Σπεύσατε να φέρετε τα παιδιά σας να διδαχτούν και αυτά τις αξίες που εσείς εντοπίσατε εγκιβωτισμένες στο άγαλμα; 

 

     -Δεν θα το έλεγα 

Ξέρετε άλλους που το έπραξαν;

 

     -Όχι, αλλά και δεν νομίζω

     Αν νομίζετε επιτυχώς, κακώς «εστήθησαν» τότε. Πεταμένοι πόροι. Και το αμάρτημα δεν είναι .. συγγνωστόν πλέον αλλά πολύ βαρύτερο  για πολλούς λόγους βλαπτικούς. Ας μείνουμε στον πρώτο και ουσιαστικό ότι  -όντας σε δημόσια θέα- τα βλέπουν και τα παιδιά.

 

       -Δεν νομίζετε ότι είστε αυστηρός με τους γλύπτες; 

          Είμαι αυστηρός με τον εαυτό μου πρωτίστως, κ Μαρτίνο. Έχω την αντίληψη ότι εις αυτό εδράζεται εν πολλοίς ότι δεν ευτύχησα αρκούντως επαγγελματικά. Εις αυτό και στο ότι συνήθισα την κατ’ επιλογή αποκέντρωσή μου. Και για να τακτοποιούμε τα πράγματα. Αν η ζωγραφική συνέχιζε να έχει δημόσιο βήμα και μνημειακό χαρακτήρα στον τόπο μας (μετά της κρατικής μας συστάσεως), με τους ίδιους συγκαιρινούς όρους που επιτελείται η δημόσια γλυπτική, τα ίδια χάλια θα είχε. Έχει μείνει ως δραστηριότητα η μνημειακή ζωγραφική, που εννοείται, δυστυχώς, ως πατενταρισμένος διάκοσμος ναών και ονομάζεται με τον ακόμη πιο ανόητο νεολογισμό «Αγιογραφία», του οποίου η ετυμολογική ρίζα δηλώνει άλλο τελείως πράγμα. ΟΧΙ πάντως ζωγραφική δραστηριότητα. Ρωτήστε έναν γλύπτη πώς ετυμολογείται η λέξις άγαλμα. Το πιθανότερο να αγνοεί την ετυμολογία. Αλλά, αν η εργασία του συνηγορεί με αυτήν, -την γνωρίζει εξ ενστίκτου-,  τότε έχετε εμπρός σας έναν γλύπτη ή τουλάχιστον δυνάμει. Αυτοί είναι λιγότεροι των δακτύλων του ενός χεριού, τους ξέρει το «συνάφι», αλλά δεν το ομολόγει εύκολα. Ας είναι.. 

 

       -Στο πρώτο σκέλος της ερωτήσεως τώρα, για τους ήρωες της…. 

          ...οι ήρωες του ΄21 μου ήταν προσφιλείς. Όσοι έπεσαν ανδρείως, ιδίως όσοι δολοφονήθηκαν από δολοπλοκίες λόγω της ακεραιότητος του χαρακτήρα των, παρ΄ όλα τους τα πάθη, ή κυνηγήθηκαν μετά. Δηλαδή Όλοι! Με την διαφορά ότι ο Καποδίστριας δεν ήταν ήρωας, ήταν μάρτυρας. Προσφέρθηκε εν πλήρη επιγνώσει ολοκαύτωμα, προκειμένου να αποφευχθεί η λάθος αρχή. Ο Ἀριστοτέλης, στα Πολιτικά του, στο πέμπτο βιβλίο -αν δεν σφάλω-  αναφέρει σε κάποια παράγραφο: «......ἀδύνατον ἀπὸ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ ἐν ἀρχῇ ἡμαρτημένου μὴ ἀπαντᾶν εἰς τὸ τέλος κακόν τι». Γι’ την αποφυγή αυτού « τοῦ πρώτου καὶ τοῦ ἐν ἀρχῇ ἡμαρτημένου» αυτοπροσεφέρθη θυσιαστικά ο Καποδίστριας. Το κατάφερε με τους Ελβετούς,  που ομνύουν στο όνομά Του, εμείς στην προσπάθειά του να μας στήσει στα πόδια μας τον σκοτώσαμε. Είναι ύβρις. Και λέω «είναι» και όχι «ήταν», γιατί κάποιοι ακόμη και της επιτροπής ιστορικοί εξακολουθούν την ύβρη υπονοώντας τον «δικτάτορα». Πρέπει να ολοκληρωθεί και αυτό που νεολογικά λέγεται «δολοφονία χαρακτήρα», βλέπεις. Ας πήρε εξουσιοδότηση για «αναστολή» του συντάγματος. Το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί δεν το εννοούσε εξηγώντας το χαμηλόφωνα. «Θα πούμε ότι το αναστέλλουμε, αλλιώς δεν θα μας αναγνωρίσουν ποτέ με δημοκρατικό σύνταγμα, ενώ οι ίδιοι έχουν μοναρχίες». Στο πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830),- που μας το επιδεικνύουν Αγγλιστί ως τρόπαιον αναγνώρισης αλλά δεν μας λένε ότι σ’  αυτό, έχει ΠΑΦΘΕΙ ο εν ζωή ΑΚΟΜΗ, ο εκλεγμένος Καποδίστριας. Και προ βλέπει -εγκαθιστά, (το πρωτόκολλο), ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΜΟΝΑΡΧΙΑ. Μετά από ενάμιση περίπου χρόνο δολοφονείται ο Κυβερνήτης. Λέτε  να μην ήξερε πολύ καλά τι τον περίμενε μετά απ’ αυτά και άλλα. Το ήξερε και από πριν, όταν έφτασε και είδε την κατάσταση στην Πελοπόννησο και στα κοντινά νησιά∙ δεν του ταίριαζε όμως να το βάλει στα πόδια.  Δεν είπε  τυχαία ο Α. Μουστοξύδης, όταν πληροφορείται τη δολοφονία: «Όποιος και να αναλάβει τώρα θα υποκλίνεται μπροστά σε όποιον Άγγλο κυβερνήτη μπρικιού, και θα προσκυνάει μπρος σε κάθε Άγγλο υποπρόξενο». Όσο είναι κραταιός ως αντίληψη ο Κοραϊσμός, έτσι θα γίνεται, κ. Μαρτίνο, για αυτό δεν χρειάζονται πολλοί λιβανωτοί δια το Πρωτόκολλο της λάθους αρχής μας. Ενίοτε μου έρχονται κατά νου τα επαναστατικά και «μεταεπαναστατικά» γεγονότα, μου έρχεται  κατά νου ο Καποδίστριας και μαζί -δεν θα το πιστέψετε- δάκρια στα μάτια. Πρώτα θυμάμαι αυτόν και μετά τον Κολοκοτρώνη ή άλλον των αγωνιστών. Έχω την πίστη ότι ο Καποδίστριας εθυσιάσθη για μένα προσωπικά και τον κάθε έναν από μας, για να μην υποστούμε «κακόν τι» εκ τυχούσης λάθους αρχής, η οποία μετά τον ατελέσφορο των πρώτων εθνοσυνελεύσεων και ιδίως του θανάτου του, κατέστη αναπότρεπτος. Αυτή είναι ουσιαστικά η πικρή αλήθεια και όχι αυτά που μας λένε συνάδελφοι και ιστορικοί εκ των επισήμων εκθεσιακών βημάτων. 

 

       -Δηλαδή, τι μας λένε;  Επίσης εσάς τι εντύπωση σας αφήνει το γεγονός ότι οι τοίχοι στις πόλεις έχουν γεμίσει με ζωγραφιές με τις μορφές ηρώων; Και εδώ στην Κυπαρίσσια, το διατηρητέο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας καλύφθηκε από πανιά με τυπωμένη ζωγραφιά από σκηνή του ‘21. Δεν βλέπετε, λοιπόν, αυτή η επέτειος των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση να βάζει νέα ορόσημα για την πορεία των Ελλήνων στο χρόνο; 

     Ααααα .. Τέσσερα σε ένα τα ερωτήματα!  

 

-Μα έχω πολλά να σας ρωτήσω….. 

 Κοιτάξτε: δεν αξιώνω οι συνάδελφοι να κρατήσουν αντιεπαγγελματική στάση ως είναι η δική μου. Καταλαβαίνω επίσης -αν και δεν το συμμερίζομαι απολύτως - ότι μια έκθεση εικαστική έχει μεγαλύτερη  επαγγελματική επιτυχία, αν συνοδευτεί από δρώμενα, ομιλίες και τα λοιπά. Ανάγκη των καιρών μας είναι. Αλλά να μας νανουρίζουν οι ομιλούντες διδάσκοντας μας σ΄ αυτήν την ηλικία νηπιώδη πράγματα, τετριμμένα, είναι too much: για να το πούμε αρχαιοελληνικά…. πηγαίνουν κρεσέντο με αυτά τα ΠΕΡΙ «οθωμανικής επαρχίας» που «κάναμε» «κράτος πρότυπο» ή τα περί απίστευτου θαύματος της επανάστασης που «εδημιούργησε κράτος και εσυγκρότησε έθνος». Από  κοντά και τα δικά τους.  Ότι δηλαδή είχαν «αποκοτιά» οι πρόγονοι, ότι «θυσιάστηκαν για να ζήσουμε εμείς», ότι γιορτάζουμε «το θάνατό τους», κι  άλλα  παρόμοια…

 

 -Μα δεν είναι αλήθεια; 

        Όχι, κ. Μαρτίνο, από πότε η λεβεντιά, το φιλότιμο, το απαιτητό αξιοπρεπούς βίου… ονομάζονται «αποκοτιά»;  Όσον αφορά στη θυσία… Μα αν βάλεις το κεφάλι σου στον «ντορβά», μπλέκοντας με επαναστατικές διαδικασίες, το κανείς, γιατί εσένα του ιδίου σου λείπει κάτι, και λειπούντος αυτού του «κάτι», ο βίος σου μοιάζει άνευ νοήματος. Δεν το κάνεις ούτε για τα παιδιά σου που στοχοποιούνται πρώτα αυτά, επειδή εσένα σου ’ρθε να σηκώσεις «μπαϊράκι»∙ πόσο μάλλον για μακρινούς επιγόνους, που μπορεί να σου βγουν και «λουβοί», καλή ώρα. Το πέτυχε αυτό το «κάτι» η επανάσταση; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που χρήζει ειλικρινούς απαντήσεως. Από αυτήν την ερώτηση αρχίζεις να νοηματοδοτείς. Μοιραία θα ακολουθήσουν και άλλες, έτσι θα μπουν ορόσημα, που θα είναι και ορόσημα αναχαίτισης της παρακμής σου….  Αλλά πώς να τεθούν. Μέσω ανοηματοδότητης γιορτής;  Που ο κάθε ένας δίνει ό,τι νόημα του έρθει στο κεφάλι και πανηγυρίζει με ό,τι ερμηνεία θέλει. Του «Κουτρούλη ο γάμος» δηλαδή.

 

 -Δεν πέτυχε αυτό το «κάτι» η επανάσταση;  Δεν συγκρότησε έθνος δεν έφτιαξε κράτος, όπως προείπατε;  

   Δεν προείπα εγώ, άλλοι προείπαν. Λόγια των μετέφερα. Η επανάσταση δεν είχε σκοπό να φταξει «εθνος- κράτος», (εθνικό κράτος) όπως εννοούν αυτοί που τα λόγια τους μετέφερα. Ούτε στην πρώιμη της φάση (Μολδοβλαχία) ούτε στην μεσαία της φάση κατά προσέγγιση έως το 1826 (εξοδος των πολιορκούμενων στο Μεσολογγι).  Στην τελευταία συρρικνωμένη - στην Πελοπόννησο-  εκφυλιστική της φάση εφαίνετο πλέον ως πολιτικός «μονόδρομος». Λοιπόν: κατ ‘αρχάς «κατασκευάσθη» ένα μικρό βασίλειο, ως προϊόν αποτυχίας του αρχικού σκοπού της Επαναστάσεως, αποτελούμενο απ’ τον Μοριά και τη Ρούμελη. Θνησιγενές και εξαρτώμενο ήδη και υπό οικονομικών δανείων. Τα πολιτισμικά -πολιτειακά δάνεια, οσονούπω. Όσον αφορά στο έθνος: Αφού «συγκροτήθηκε»!  Προφανώς δεν υπήρχε! Μένει να απαντηθεί τι εθνότητος ήτο οι επαναστατήσαντες! Ας είναι. Τότε τι ψάχναμε στην Μελούνα; Τι έψαχναν οι Μακεδονομάχοι. Τι ψάχναμε στους Βαλκανικούς πολέμους; Τι ψάχναμε στη Μικρασία; Για ποιους κατεσκευάσθη ο νόμος περί «ετεροχθόνων»; 

 

-Τι ήταν επιτέλους το ζητούμενο «κάτι» που δεν πέτυχε η επανάσταση, μπορείτε να μας πείτε; 

      Δεν είμαι ιστορικός να το αναλύσω με ευχέρεια. Μας το λέει η προτομή  του Γιαννάκη Γκρίτζαλη στην πλατεϊτσα της καστρόπορτας του κάστρου της Κυπαρισσίας ειδικώς. Μας το λέει ο Μακρυγιάννης μερικώς καθώς θα γράψει και θα καταχώσει - κρύψει τη γραφή. «Αν μας έλεγε κανένας αυτήνη τη λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα πη πατρίδα, τι θα ειπή θρησκεία, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή, τιμιότη».. . Μας το λέει πιο ολοκληρωμένα ο Ελύτης, όταν αναφέρει ότι από Τεργέστη και γύρω απ΄ τη Μαύρη θάλασσα σ΄ όλη την ανατολική ακτή της Μεσογείου ως κάτω την Αίγυπτο, δεν χρειαζόσουν γλωσσικό διαβατήριο. Τι έγινε αυτός ο μείζων Ελληνισμός, που κατ΄ άλλους έφθανε σε πληθυσμό αυτόν του Ηνωμένου Βασιλείου;   

 

-Πόσο θα συνεχιστεί αυτή η παρακμή;  Θα σταματήσει ποτέ; Πού θα οδηγήσει;

 Μα αν ήξερα το «πόσο» το «πότε» ή το «ποτέ», δεν θα ήμουν ο Τάσος: θα ήμουν ο Χριστός!  Δεν θα ήθελα να αποκλείσω πάντως έκπληξη γεγονότων ανάδρασης, που θα δημιουργούσαν τομή ασυνέχειας στην «κατρακύλα». Πάντως, όσο δεν μπαίνουν τα ορόσημα που λέτε, η παρακμή θα συνεχίζεται. Με τέτοιου χαρακτήρος «γίορτια» πάντως δεν μπαίνουν. Στο πού θα οδηγήσει η παρακμή; Σ’ αυτό που είναι εύκολο ερώτημα, μια επισφαλής πρόβλεψη μπορεί να γινει, καθώς και επισφαλέστερη χρονοθέτηση.  Μα, στο Ιστορικό μας τέλος ως εθνότητα με ειδοποιά χαρακτηριστικά. Πού οδηγούν οι παρακμές, κάτι πεθαίνει και κάτι άλλο παίρνει την θέση του. Αν συνεχίσει έτσι, δεν το βλέπω μακρύτερα του τέλους του αιώνος που διανύουμε. Τώρα, τι εντύπωση να μου κάνουν στα τυπωμένα πανιά οι μορφές των ηρώων; ΘΛΙΨΗ ΜΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ, όχι εντύπωση. Αποκαθηλώθηκαν απ’ τα Δημοτικά καταστήματα, τις λοιπές κρατικές Υπηρεσίες, μα κυρίως από τις σχολικές  αίθουσες και τυπώθηκαν σε πανιά, βορά του ανέμου και της βροχής. Το χειμώνα  θα εξανεμιστούν κι’ αυτά μαζί με τις ψευδο-υπότροπες εντυπώσεις χάριν των οποίων τυπώθηκαν για να δημιουργήσουν. Μου ξύνετε πληγές αναφερόμενος στο νεοκλασικό της Εθνικής Τραπέζης. Αγοράσθηκε υπό τη Δημοτική Αρχή προ τριακονταετίας για χρήση πνευματικού κέντρου. Μπήκε και σχετική ταμπέλα. «Ακόμα δεν τον είδαμε Γιάννη τον βαφτίσαμε»! εγκαταλελειμμένο και ασυντήρητο τόσα χρόνια, ερειπώθηκε. Η ταμπέλα όμως εκεί! Να δείχνει πώς αντιλαμβάνονται τον πολιτισμό. Δεν φωτογράφισα, δυστυχώς, το σουρεαλιστικό θέαμα για του λόγου το ασφαλές. Μετά από χρόνια καθαιρέθη η ταμπέλα ευτυχώς, γιατί ήταν και στον κεντρικό δρόμο εισόδου της πόλεως. Αυτή είναι η σύντομη πρόσφατη ιστορία του συγκεκριμένου κηρυχθέντος συντηρητέου αρχιτεκτονήματος, που δεν συντηρήθηκε.  Τώρα, το μνημείο αυτό ανικανότητας, επόμενο να χρησιμοποιηθεί ως ικρίωμα. Ενεδύθη τον εόρτιο «φερετζέ» με τυπωμένες ζωγραφιές για να την κρύψει. Όλα τα άλλα τα είχε η Μαργιωρή!  Η νέα αμφίεση ακαλαίσθητη συμπυκνώνει –σημαίνει- το υπαρκτό του νεοελληνικού σουρεαλισμού. Ας αναλύσουμε τον ζωγραφικό διάκοσμο του εόρτιου αυτού axesouar, αντλώντας από προηγούμενο δημοσίευμα που «ηναγκάσθην» να κάνω:

     Στην επάνω πλευρά (λεπτομέρεια πίνακος από κάποια μάχη) δεν μου επιτρέπεται ευχερώς (λόγω του ότι είναι λεπτομέρεια) ούτε η αναγνώριση του θέματος ούτε αν είναι Έλληνος της Σχολής του Μονάχου ή Γερμανού καλλιτέχνου (ίσως του Karl Krazeisen,  ή  του   Peter von Hess.  Στο κάτω τμήμα, το γνωστό έργο του Θεόδωρου  Π. Βρυζάκη (της Σχολή του Μονάχου) που έδωσε υπόσταση στον ελληνικό μύθο; της Λαύρας αποδοσμένον αλλά γερμανικά. Το εικαστικό μέρος τους είναι δηλαδή μια γερμανοζωγραφική «μαϊμουδιά». Το μεσαίο τμήμα καταλαμβάνουν:  μια μαϊμουδιά οικοσήμου,  φραγκολεβαντίνικου τύπου, που είναι το σήμα του Δήμου Τριφυλίας, και ο λόγος της υπάρξεως του αντικειμένου με το γνωστό λογότυπο. Αν είχαμε επίγνωση του τι γιορτάζουμε οι νεοέλληνες και πώς το γιορτάζουμε, μνημόσυνο θα κάναμε όχι «γιόρτι»! Το πώς γιορτάζεις κάτι, δείχνει και το τι είσαι κατ΄ ουσίαν. Αν επιδιώκεις τη φενάκη του  «φαίνεσθαι», τις εντυπώσεις, ή την  ειλικρίνεια του «είναι». 

 

-Δηλαδή….. 

     Γιόρταζαν και οι «Ποσειδωνιᾶται» την ελληνική τους καταγωγή. Το πώς τη γιόρταζαν, μας το περιγράφει ο Αθήναιος και μας το μεταφέρει νεοελληνιστί, ποιητικώ τω τρόπω, ο μεγάλος Αλεξανδρινός (Καβάφης) στο ομώνυμο ποίημά του. Τουλάχιστον  αυτοί ήταν ειλικρινείς! Μνημόσυνο τελούσαν κατ΄ ουσίαν, σε δάκρυα κατέληγε η γιορτή τους. 

 

 -Ποιο είναι κατ αρχάς το συμπέρασμα απ’ αυτόν τον «εθιμικό» εορτασμό; Τι θα λεγάτε εσείς στους Έλληνες γι΄ αυτό τον εορτασμό; Και ποια τα ορόσημα για σας, υπάρχουν;   

       Κατ αρχάς δεν θεωρώ τον εαυτό μου σοφό, ώστε να απευθυνθώ στους συμπατριώτες εν συνόλω. Ό, τι και να πω θα είναι υποκειμενικό. Αντικειμενοποιείται -δυνάμει- κάτι, αν οι περισσότεροι συμφωνούν μ’ αυτό. Περί οροσήμων αναφέρατε εσείς. Εγώ δέχθηκα τον όρο για την οικονομία της συζήτησης. Οπότε οφείλω την απάντηση. Το δίκιο θα ήταν και δικαίωμα ερώτησης.  

 
«Ψιλόβροχο του Γενάρη» (Το κάστρο της Κυπαρισσίας) - ελαιογραφία σε προετοιμασμένο λινό. 1Χ1m

-Το έχετε φυσικά. 

    Για τον εορτασμό λοιπόν:  Έτσι όπως γίνεται, δεν πρόκειται περί εορτασμού της θανής των προγόνων, όπως μας λένε κάποιοι, αλλά περί εορτασμού της δική μας επικείμενης θανής. Αυταπώλειας ο πανηγυρισμός έγραψε κάποιος άλλος. Αν εορτάζαμε θανή των πρόγονων ως τρόπο του βίου τους, του πολιτισμού τους δηλαδή, τότε πρόκειται για αναγκαία διδακτικό μνημόσυνο στο οποίο  θα παρευρισκόμουν πρώτος. Στους συμπατριώτες: Θα έλεγα όχι δική μου σοφία αλλά του Δ. Σολωμού. «Εθνικόν το αληθές». Αν μπορούσε να καταδειχθεί ως μαχητικά σταθερή απαίτηση προς πάντες, θα ήταν το πρώτο ορόσημο φρεναρίσματος στην «κατρακύλα». Αν φανεί  εγνωσμένα και δοκιμασμένα ανιδιοτελής άνθρωπος στον πολιτικό στίβο, αυτόν ακούμε και ας είναι και λειψός. Άλλους όχι μόνο δεν τους ακούμε ούτε καν τους βλέπουμε. Ορόσημο ανάκαμψης. Αν κάποιος καθ’ υποτροπή χρησιμοποιεί διχαστικό λόγο τον απομονώνουμε εχθρικά – να συμμαζευτεί - και ας  ειν’ και ο αδελφός μας. Μέγα Ορόσημο Σωτηρίου ΕΛΠΙΔΑΣ, η συναντίληψης της σπουδαιότητος συλλογικού βίου το πρόταγμα του «εμείς» έναντι του ακοινωνήτου εγώ. Αν βρισκόταν εγγράμματος από τον στίβο της  παιδείας με διάθεση να την υπουργήσει και με πρόθεση να την οργανώσει σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες, όχι με επιμέρους μοντέλα εκπαιδευτικά στο πρότυπο της οποιας αλλοδαπής, όχι με του τι θεωρείται μοντέρνο ή ευρωπαϊκό ή τι τον κελεύουν, τότε βοηθάμε με νύχια και με δόντια. Πυλώνας επιθυμίας για συνέχεια ζωής, όχι απλά ορόσημο ανάκαμψης. Περιττό να συνεχίσω, γιατί το υπνώτον κοινωνικό σώμα θα έβλεπε τέτοια ορόσημα ως όνειρα θερινής νυκτός. Και η ερώτηση: Αντελήφθητε να «μπήκε» ένα ορόσημο στα πλαίσια των εξαγγελιών εορτασμού ανασχετικό της «κατρακύλας»; ενθυμίστε να μου υπομνήσετε ένα, πέραν του ότι «ΘΑ φιλοτεχνήσουμε νέα ζωοφόρο» και τα τοιαύτα. Μπορεί κάτι τέτοια να πήραν τοις μετρητοίς οι συνάδελφοι και έτρεξαν.

 

     -Μετά απ όσα είπαμε, αν απευθύνατε μια έκκληση στους συναδέλφου σας, που συμμετέχουν στον εορτασμό από αυτό το μικρό βήμα, ποια θα ήταν; 

     Μα την έκανα πριν συμμετάσχουν. Ουδείς τους απάντησε, ουδείς τους σχολίασε. Πάλι να τους απευθυνθώ; 

 

 -Δεν είναι λίγο σνομπ αυτή η στάση; 

      Ποτέ δεν ήμουν σνομπ (άνευ ευγενείας)-άλλο ένα πρόσκομμα προς την επαγγελματική επιτυχία-, κ. Μαρτίνο, δεν μ΄ αρέσει να εγκαλώ ανθρώπους. Δεν είμαι ο αλάνθαστος. Έχουν αυτοβουλία, είναι πλέον στην τρίτη ηλικία. 

 

-Μια παράκληση ίσως; 

     Επιφυλάσσομαι στο αν παίρνει κάνεις πια στα σοβαρά τους συναδέλφους, και φοβάμαι όχι χωρίς λόγο. Έκαναν και αυτοί ό,τι μπορούσαν γ’ αυτό. Εγώ γιατί να αποτελώ εξαίρεση ώστε να κάνω εγκλήσεις ή παρακλήσεις;  Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα όποια παράκληση (όχι από μένα) θα είχε την τόλμη του ανέλπιδου και θα ήταν γενική. Δια στόματος Δ. Παπαγιανόπουλου που παρίστανε τον Κολοκοτρώνη στο «Μεγάλο μας  Τσίρκο» με παραλλαγμένα τα λόγια του Ι. Καμπανέλη ως εξής:  «Ε ωρέ, εσείς συμπατριώτες. Αφήτε μωρ’ τους αγώνες τους εδικούς μας. Κοιτάτε τους εδικού σας. Αφηκατ’ αφύλαγο το σύνταγμά σας, και να η κατάντια. Λησμονήκατ’ ωρέ,  τις τρεις του  Σεπτέβρη;». 

 

   - Είστε απαισιόδοξος; 

         Όσο ακόμα μιλάμε Ελληνικά αισιοδοξώ: παρ’ ότι η γλώσσα κακοποιείται βάναυσα πλέον και  έχει πληγεί καίρια ο γραπτός της λόγος. Είμαι όμως εξαιρετικά ανήσυχος απ’ την ραγδαία κατασκευή και χρήση νεολογικών λημμάτων ή καλύτερα λυμάτων. Αν συνεχίσει όμως, -και δεν ανακοπεί- το άδειασμα των εννοιών από το περιεχόμενό τους,  ιδίως των αφηρημένων που σημαίνουν αξίες, θα γίνω απαισιόδοξος. Και είμαι τελείως απαισιόδοξος σε όσα αφορούν στην επίτευξη ποτέ ισηγορίας  των νουνεχών, απέναντι στην  ακατάσχετη «μπουρδολογία» για συναισθηματική - θυμική εκτόνωση και καλλιέργειας εντυπώσεων, των «γιαλαντζί» προοδευτικών. 

 

-Πώς κρίνετε την τακτική να χαρακτηρίζεται “λαϊκιστική” η άποψη που δεν ταυτίζεται με το κυρίαρχο αφήγημα; 

   Είναι η ποιο sicάτη διαβολή. Για να νεολογήσουμε σε ελληνοαμερικάνικο στιλ και εμείς. Το άδειασμα του περιεχομένου και η αντικατάσταση της ερμηνείας  του επιθέτου, ώστε να το εννοεί ο ακροατής κάτι περίπου σαν ακροδεξιός ή φασίστας. Το «λαΐκιστικός», κατά την επιστημονική χρήση, σαν όρος είναι αξιολογικά ουδέτερος. Δηλώνει θεωρητική πολιτική κατάσταση. Ούτε καλός είναι, ούτε κακός εκ των προτέρων.  Αγράμματες τηλεπερσόνες και πολιτικοί με τα συμφραζόμενά τους τον ενέδυσαν μόνο με τα κακά του ρούχα (κακός εκ των προτέρων), ώστε να ακούγεται ο «λαϊκιστής» κάτι σαν φασίστας ή ακροδεξιός έστω.  Χαρίζοντας έτσι στους τελευταίους λέξη με ρίζα το λαϊκός (λαοπρόβλητος),  όπως πρόσφατα τους χάρισαν τον κατ’ εξοχήν δόκιμο όρο του Ευρωσκεπτικιστή. Μεταποιημένον εννοιολογικα ώστε να σημαίνει Αντιευρωπαϊστής. Η μεταστοιχείωση αυτή του όρου δεν λαμβάνει χώρα σε κανένα  γλωσσολογικό συνέδριο. Στο γυαλί της τηλεοράσεώς σας γίνεται, με την παλαιά τεχνική «πες-πες», του μαΐστρος Γκέμπελ. Τη συνάντησα και τη βίωσα σαν ζωγράφος στον επαγγελματικό στίβο, με άλλους όρους, βεβαία, αλλά με την ίδια τεχνική. Το άδειασμα γραμματολογικών όρων από την σημασία τους και η αναπλήρωση ως εννοιολογικά διαφορετικής, προκειμένου να «ταμπελοποιήσεις», στη συνεχεία, τον θεωρούμενο αντίπαλο ∙ είναι η χυδαιότερη ιδεολογική τρομοκρατία, ως φασιστική τεχνική. Τη συνάντησα δε ως προσφιλή τεχνική κυρίως ανθρώπων που «κόπτονταν» ότι ήταν «προοδευτικοί» και σαν τέτοιοι την εφήρμοζαν, βέβαια, εν τη απουσία του «ταμπελοποιούμενου».  Τι να πούμε δε για τον εννοιολογικό νεολογισμό του «αφηγήματος». Πλέον δεν υπάρχει α-λήθεια, δεν υπάρχει συγκριτική έρευνα πηγών, υπάρχει αφήγημα. Περιελήφθη δε και στους σκοπούς της επιτροπής του εν λόγω νόμου συστάσεως της επιτροπής εορτασμού: [σκοπός (γ):  ανάπτυξη του εθνικού αφηγήματος της Ελλάδας με σκοπό τη δημιουργία ενιαίας εικόνας και ταυτότητας της χώρας και των φορέων του ελληνικού κράτους.] Εσείς τι καταλαβαίνετε;  

 

         -Ένας απ’ τους λόγους που επεδίωξα την συνάντηση μας, είναι ότι έχω διαβάσει από προλόγους καταλόγων ή άλλες αναφορές στο έργο σας ότι «είστε ανεπηρέαστος από σύγχρονα ρεύματα του συρμού», «ότι είστε ελληνοκεντρικός». «Ότι διέπεται η εργασία σας από μια νέα ελληνικότητα που την χρειαζόμαστε» κ.α. Και ξαφνίζομαι, όταν λέτε ότι δεν μετέχετε της γιορτής…

   Παρακαλώ.  Ένα – ένα. Εσάς, όταν σας καλούν σε γιόρτια, πάτε σε όλα; Ή σ’ αυτά που θα εγκλιματιστείτε αναλόγως της παρέας και αποφεύγετε τα άλλα, ως στενάχωρα, γιατί θα νοιώθετε σαν τη μύγα μες το γάλα αδυνατούντος να εννοήσετε και συμμεριστείτε τον λόγο της χαράς των εορταζόντων; Τώρα αν κάποιοι ανιχνεύουν τέτοια στοιχεία στα έργα μου - φαντάζομαι όχι όλοι- και το λένε, μου περιποιεί τιμή, αν και έναν αδιόρατο φόβο και αμφιβολίες….  

 

      -Γιατί φόβο και αμφιβολίες;  

    Γιατί ώρα είναι, στους καιρούς «δυστοπίας» που ζούμε, να «φάω» και καμιά δίωξη επ΄ Ελληνισμῷ!  Την νέα ελληνικότητα τι την χρειαζόμαστε; Ως νέο ιδεολόγημα; Έχω επιφυλάξεις ως προς τα «νεό» ως πρώτο συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων. Μου θυμίζει τον νέο πατριωτισμό της Πρόεδρου μας, το νέα Ορθοδοξία των Σαββόπουλου,  Πετζίκη, π. Γοντικάκη, Ράμφου ίσως, κ. λ. π. (ειρήσθω εν παρόδω πάρα πολύ καιρό έχω να ακούσω γι΄ αυτό το «κίνημα»). Συμβαίνει με τα ιδεολογικοποιημένα κινήματα να εξαφανίζονται ως διάττοντες αστέρες. Μα η Ελληνικότητα δεν είναι ιδεολόγημα. Θα ΄λεγα είναι μάλλον τρόπος βίου (πολιτισμικό παράδειγμα). Δηλαδή «πνεύμα». Το αμάγαλμα  βιωμάτων, γνώσης γλώσσης κ.α. δημιουργεί ενίοτε μια «έκλαμψη» - διαβατήριο σε αυτό που λένε «χωροχρόνο», ανακαλύπτοντας «εκλεκτικές συγγένειες». Ή τις αντιλαμβάνεσαι αυτές και σου «φεύγει το τσερβέλο» ή δεν θα σου συμβεί ποτέ στην ζωή σου. Αν  ανιχνεύουν τέτοια στοιχεία στα έργο μου με χαροποιεί, δεν ήταν πάντως ιδεολογικό μου ζητούμενο. Όσες φορές αποπειράθηκα, με ζωγραφική γλώσσα, να μιλήσω απλά- ειλικρινά - κυριολεκτικά, έπεφτα πάνω στον ελληνικό τρόπο: αλλά ποτέ δεν ήμουν -και δεν είμαι -βέβαια- σίγουρος ότι τον μεταφέρω. Δεν ήταν, λοιπόν, ιδεολογικό ζητούμενο: δική μου ήταν μόνο η επιλογή κατεύθυνσης δια της κοπιώδους ατόπου απαγωγής.  Ανεπηρέαστος δεν υπήρξα από πάντα, και δεν ξέρω αν είμαι και τώρα. Είναι επόμενο να επηρεαστείς σε τρυφερή ηλικία σπουδάζοντας στην Α.Σ.Κ.Τ. - χώρο υπερπληροφόρησης περί των νεωτερικών «ρευμάτων»- και να θεωρείς φυσικό επόμενο την έρευνα σε ξένα θολά νερά. Αληθώς λέγω ότι υπήρξε κουραστική και αγωνιώδης προσπάθεια από την πλευρά μου να απαλλαγώ από δόγματα και ιδεολογικά στερεότυπα που είχε προκαλέσει η υπερπληροφόριση, αλλά κυρίως του φόβου που ενέπνεε α απογαλακτισμός τους. Ακριβώς σ’ αυτόν τον φόβο εδράζεται και η ιδεολογική τρομοκρατία, που προείπαμε, ασκούμενη από αγραμμάτους και ανοήτους του χώρου. Τα διλήμματα ξεκαθάρισαν ευτυχώς νωρίς, εις την αλλοδαπή, επισκεπτόμενος μουσεία και χώρους τέχνης. Εκεί αποφάσισα «ποιούς θα αφήσω» χωρίς να ξέρω με «ποιούς θα πάω». Στο καθοριστικό της αποφάσεως συνετέλεσαν και κάποια «σοκ» που υπέστην εις την αλλοδαπήν. Το δεύτερο δεν απασχολούσε τότε αφού ελύθη το πρώτο. Ήξερα ότι η κατευθυντήρια θα αποκαλυφθεί  φυσικώ τῷ τρόπω,  ως προϊόν δικής μου ενδοσκόπησης και δεν θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεσις.

 

 -Μετά απασχόλησε το με ποιους θα πάτε; Τώρα απασχολεί;  

     Δεν απασχόλησε, γιατί απλά συνέβη. Με κάποιους, πολύ λίγους τον αριθμό, είχα συγγενείς αναζητήσεις. Με έναν βία δύο απ αυτούς ενίοτε και συγγενή κοσμοθεώρηση. Τώρα έχω συνηθίσει και την μοναξιά μου, ξέρετε.

 

      -Στην εκπαίδευση είδαμε έντονες διαμαρτυρίες από εκπαιδευτικούς καλλιτεχνικών μαθημάτων για μείωση των ωρών διδασκαλίας. Δίκαια διαμαρτύρονται; 

     Η διαμαρτυρία ξεκίνησε κυρίως ότε ανεκοινώθη ότι καταργείται το μάθημα στα Λύκεια. Και μάλιστα με τρόπο, που, αν είχε λίγο «τακτ» η υπουργός, θα το σέρβιρε αλλιώς. Δηλαδή δεν λες δεν είναι χρήσιμο (κατά ποιών την γνώμη;) και καταργείς γνωστικό αντικείμενο σε μια εκπαιδευτική βαθμίδα άμεσα δε συνδεδεμένο με τη δοκιμασία εισαγωγικών εξετάσεων ως «ειδικό μάθημα» σε μια σειρά Α.Ε.Ι., χωρίς να καταργείς και την δοκιμασία ως περιττή∙ γιατί φυσικά δεν είναι περιττή. Εκ των πολιτικών του Αριστοτέλους, καθώς περιγράφει την ανάγκη να εκπαιδεύονται οι νέοι συμφώνως του πολιτεύματος της πόλεως, (άλλοι καιροί, άλλοι πολιτισμοί) ω της συγκυρίας, διαβάζομε: ….«δοκεῖ δὲ καὶ γραφικὴ χρήσιμος εἶναι πρὸς τὸ κρίνειν τὰ τῶν τεχνιτῶν ἔργα κάλλιον»… ή …… «ὁμοίως δὲ καὶ τὴν γραφικὴν οὐχ ἵνα ἐν τοῖς ἰδίοις ὠνίοις μὴ διαμαρτάνωσιν ἀλλ’ὦσιν ἀνεξαπάτητοι πρὸς τὴν τῶν σκευῶν[1338b] ὠνήν τε καὶ πρᾶσιν, μᾶλλον δ’ ὅτι ποιεῖ θεωρητικὸν τοῦ περὶ τὰ σώματα κάλλους. τὸ δὲ ζητεῖν πανταχοῦ τὸ χρήσιμον ἥκιστα ἁρμόττει τοῖς μεγαλοψύχοις καὶ τοῖς ἐλευθερίοις». (Καθόλου δεν αρμόζει στους ελευθέρους και μεγαλόψυχους το να αναζητούν παντού το χρήσιμο), Λοιπόν, το χωρίο αυτό, προφανώς, δεν έχει δει ποτέ η κυρία Κεραμέως και  φαντάζομαι δεν θα το έχουν δει ούτε οι σύμβουλοι της. Καταλαβαίνετε ότι οι ίδιοι οι ιθύνοντες έχουν πειστεί πια για το χρησιμοθηρικό περιεχόμενο της παιδείας. Γι αυτό και η τελευταία έχει τα χάλια της, μεταποιημένη ως ταχύρυθμο σύστημα σώρευσης πληροφοριών και όχι αφομοιωμένων γνώσεων. Ελευθέρους και μεγαλόψυχους ποιεί η παιδεία όχι η εκπαίδευση. 

 

    -Ζείτε στην Κυπαρισσία, έχετε ζήσει και σε άλλα μέρη, στην Αθήνα, την Τήνο, τη Ρόδο, την Καλαμάτα. Το μέρος που ζείτε πόσο επηρεάζει τη δημιουργικότητά σας, την θεματογραφία σας;…… 

     Ζω εναλλάξ μεταξύ Τήνου και Κυπαρισσίας στην όποια κατέληξα εξ ανάγκης όταν «βάρυναν» οι υπέργηροι και πολύνοσοι γονείς μου. Αυτή η εναλλαγή σίγουρα είναι τονωτική της δημιουργικότητας.  Ένα ήταν το θέμα μελέτης μου μέχρι τώρα, όπου και αν ζωγράφισα. Ιδιαίτερο, ΔΥΣΚΟΛΟ, αλλά Αμετάβλητο κατά τους «νόμους της του παντός διοικήσεως» του Ηρακλήτου. «Το φως»:  στο γεωγραφικό πλάτος και μήκος που ζούμε. Αλλά και στην αλλοδαπή που έτυχε να ζωγραφίσω λίγο, πάλι αυτό ήταν. Η όποια θεματογραφία που λέτε ήταν ευρεία, αλλά πάντα προσχηματική για την μελέτη αυτού του ενός και μοναδικού θέματος. 

 

      -΄Οσο προχωρά η συζήτηση μας τόσο μου γεννώνται ερωτήματα που χρειάζονται απάντηση, γι αυτό και τα ερωτήματα ήταν  πολλά μαζί. Παραδείγματος χάριν ποια ήταν τα «σοκ» που υποστήκατε στην αλλοδαπή;   

    Να τα σημειώσετε για την επόμενη συνάντηση μας, κ. Ματίνο, παρακαλώ… Παραδείγματος χάριν, τα «σοκ» ήταν λίγα, ελάχιστα, αλλά ισχυρά. Για την περιγραφή, την ανάλυση και τα συμπεράσματα απ’ αυτά όμως, θέλουμε άλλη μια συνέντευξη. Είμαι μόνος μου τόση ώρα στην «πασαρέλα» κάτω από δυνατή ανακριτική λάμπα. Κουράστηκα!  Ή συζήτηση με μελαγχόλησε, χρειάζομαι να τονωθώ χαράς, να ζωγραφίσω λίγο … 

 

 -Το συμφωνούμε από τώρα λοιπόν για μια δεύτερη συνάντηση;

      Ναι, κ. Μαρτίνο, μόνο να με πάρετε τηλέφωνο να προετοιμαστώ ψυχολογικά για το ποιά μέρα δεν θα ζωγραφίσω.  

 

 -Αν κλείναμε με μια ευχή ποια θα ήταν;

     Άμποτε να αληθεύσει ξανά ο βίος μας, των Ελλήνων.  

 

 -Περίμενα κάτι σε σχέση με τη ζωγραφική που συζητούσαμε. 

   Όταν αληθεύσει ο βίος μιας κοινότητος αναζωογονούνται και αληθεύουν οι όποιες τέχνες επινοεί, εξυπηρετικές της συνοχής της, άρα και η ζωγραφική θα ευτυχούσε! 

 

-Να σας βγάλω φωτογραφία; 

      Μα είμαι απεριποίητος. Αξύριστος, με τα ρούχα της δουλειάς!  Ίσως βάζοντας την μάσκα να……

 

-Όχι! Δεν πειράζουν αυτά ,…. είναι αναγκαίο να φαίνεστε

     Αφού το λέτε.

 

-Θα μας δώσετε και φωτογραφίες έργων σας;

   Πάρτε αυτούς τους καταλόγους.  Διαλέξτε κατά την κρίση σας.       

 

-Καλημέρα, κ. Αριδά, καλή εργασία

Ευχαριστώ, επίσης. Καλή σας ημέρα, κ. Μαρτίνο, καλό δρόμο για την πρωτεύουσα. 









Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Σείριος Καίσαρης: Ο μετρ του ψωμιού από τη Μεσσήνη