Σάββατο, 12 Μαρτίου 2022 21:02

Πλήθος παραγόντων πιέζουν ασφυκτικά τα οικονομικά των ΟΤΑ και απειλούν τη βιωσιμότητά τους

Του Χρήστου Αναστασόπουλου  
Στις αυξημένες δαπάνες αντιμετώπισης της πανδημίας που συνεχίζει να ταλανίζει τη χώρα μας, προστίθεται ένα πλήθος άλλων παραγόντων που ασκούν ασφυκτικές πιέσεις στα περιορισμένα οικονομικά των ΟΤΑ, δημιουργώντας ένα άκρως απειλητικό περιβάλλον και καθιστώντας το μέλλον τους αβέβαιο. Η τακτική επιχορήγηση υπολείπεται σε δραματικό βαθμό των πραγματικών αναγκών, έτσι όπως αυτές διαμορφώνονται την τελευταία ιδιαίτερα περίοδο.

Η ανεξέλεγκτη αύξηση του ενεργειακού κόστους έχει δραματική επίπτωση στα οικονομικά των Δήμων και αναμένεται να εκτινάξει τους προϋπολογισμούς τους, οι οποίοι σημειωτέον συντάχθηκαν βάσει των οικονομικών δεδομένων του πρώτου εξαμήνου του 2021. Η δέσμευση της πολιτικής ηγεσίας για έκτακτη επιχορήγηση έγινε δεκτή με έντονη επιφυλακτικότητα από τους αιρετούς λόγω της πρότερης αρνητικής εμπειρίας από ανάλογες δεσμεύσεις. Η αγωνία των Δημάρχων που εκφράστηκε με εμφατικό τρόπο στο τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ που έλαβε χώρα τον περασμένο Οκτώβριο γίνεται εντονότερη το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα λόγω των σχετικών με την πολεμική σύρραξη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας εξελίξεων. Η δυσθεώρητη αύξηση του κόστους ενέργειας επιβαρύνει σημαντικά, μεταξύ άλλων, το κόστος θέρμανσης αλλά και το κόστος άρδευσης. Η Ένωση των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης επισημαίνει ότι «οι υπέρογκες αυξήσεις του ηλεκτρικού ρεύματος από τον Αύγουστο μέχρι σήμερα επιβαρύνουν τις ΔΕΥΑ με πρόσθετο κόστος το οποίο υπερβαίνει το 80% περίπου, και εκτινάσσει το ενεργειακό κόστος των Δ.Ε.Υ.Α. στο 40% περίπου στο σύνολο του λειτουργικού τους κόστους» και ζητά μείωση του ΦΠΑ από το 13% στο 6% και ταυτόχρονη μείωση του  Ειδικού Τέλους Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ). 

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με καταγγελίες Δημάρχων,  εταιρείες – πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας αρνούνται ή καθυστερούν υπέρμετρα να αποδώσουν στους Δήμους τα εισπραχθέντα ανταποδοτικά τέλη, ενώ τα εισπράττουν από τους λογαριασμούς που εξοφλούν οι καταναλωτές. Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ, στο πλαίσιο συνεδρίασης του οργάνου, εκτιμώντας προφανώς ότι απαιτείται κάτι δραστικότερο από μια παρέμβαση στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), υπογράμμισε ότι «απαιτείται νομοθετική ρύθμιση προκειμένου να ορίζεται ως ‘υπεξαίρεση’ η μη απόδοση εντός τριμήνου εκ μέρους των εταιρειών – παρόχων των ανταποδοτικών τελών στους Δήμους» υπενθυμίζοντας πως «έχουμε δει και στο παρελθόν να επαναλαμβάνονται τα ίδια με το σκάνδαλο της ENERGA». 

Ένας ακόμα επιβαρυντικός παράγοντας είναι η επιβολή, από την αρχή του έτους, του τέλους ταφής απορριμμάτων, κατ΄ εφαρμογή του Ν. 4819/2021, το ύψος του οποίου ανέρχεται στα 35 ευρώ ανά τόνο σύμμεικτων απορριμμάτων και το οποίο προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω από το 2026. Το τέλος αυτό θα αποδίδεται από τους Δήμους και τους Φορείς Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) σε ειδικό λογαριασμό του Ελληνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ). 

Στα παραπάνω προστίθεται και η παρακράτηση από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ), που αφορά την επιχορήγηση των ΟΤΑ για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους. Στο πλαίσιο ερώτησής μου σε συνεδρίαση του Δ.Σ. το φθινόπωρο του 2020 ανέφερα πως σε αντίθεση με τη δέσμευσή της για οικονομική ενίσχυση λόγω της πανδημίας, η κυβέρνηση με σχετική νομοθετική ρύθμιση προέβλεψε μεν τη δυνατότητα επιχορήγησης των Ο.Τ.Α. από τον κρατικό προϋπολογισμό για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους, με σταδιακή όμως, από την 1η Ιανουαρίου 2022, παρακράτηση από την τακτική επιχορήγηση, δηλαδή, από τους ΚΑΠ, ποσού που προβλεπόταν να αντιστοιχεί στο 60% επί των εισπραχθέντων ποσών, σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων καθοριζόταν από το ύψος του ποσού. Ουσιαστικά επρόκειτο για θεσμοθέτηση μηχανισμού εσωτερικού δανεισμού των ΟΤΑ. Στην απάντησή του τότε, ο αρμόδιος αντιδήμαρχος παραδέχθηκε μεν ότι ο Δήμος έλαβε σχετική επιχορήγηση αλλά εξέφρασε αισιοδοξία για την εξέλιξη του θέματος. Η κυβέρνηση επιμένει όμως στην παρακράτηση, υπαναχωρώντας μόνο ως προς το ύψος του ποσοστού, που από το 60% επί των εισπραχθέντων ποσών μειώθηκε αρχικά στο 25% και τελικά διαμορφώθηκε στο 30%. 

Όλα τα παραπάνω, όπως είναι φανερό, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα που απειλεί αν όχι τη βιωσιμότητα του Δήμου μας σίγουρα τη δυνατότητα ανταπόκρισης στις ανάγκες των δημοτών και ταυτόχρονα συνεπάγεται άμεσα ή έμμεσα και σημαντική οικονομική επιβάρυνσή τους. Η μέχρι πρότινος υπέρμετρη αισιοδοξία της Δημοτικής Αρχής σχετικά με την εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης του Δήμου μετατράπηκε το τελευταίο διάστημα σε έντονη ανησυχία, έτσι όπως αυτή εκφράζεται από τον ίδιο τον Δήμαρχο, ο οποίος οφείλει, λόγω της σημασίας αυτού που διακυβεύεται, να ενώσει τις δυνάμεις του μαζί με αυτές άλλων αιρετών στην κατεύθυνση πίεσης της κυβέρνησης να αναλάβει τις ευθύνες της! 

 

Χρήστος Αναστασόπουλος

Οικονομολόγος, MSc

Δημοτικός  Σύμβουλος με την Παράταξη «Ανοικτός Δήμος – Ενεργοί Πολίτες»