Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2025 19:51

Κρυμμένα μικρά τέρατα

Κρυμμένα μικρά τέρατα

Της Ανθούλας Δανιήλ   

Κοιμάται κι ονειρεύεται τον άντρα που μπαίνει κρυφά από το μισάνοιχτο παράθυρο, ορμάει πάνω της και σαν άγριο θηρίο, της αρπάζει τα σεντόνια μακριά, της ξεπλέξει με βία τα μαλλιά και την φέρνει στη μέση του δωματίου με κουρελιασμένο το νυχτικό σαν ξεφτισμένο περκάλι να απολογηθεί αυτό για της παλιάς ξεδοντιασμένης αυτοκρατορίας του τα πάθη και τα λάθη· οι φλέβες του φουσκωμένες, τα ρουθούνια του κόκκινα κι η ανάσα του πηχτή· μυρίζει αιώνες οργής. Στο στήθος εκείνης χτυπάει η καρδιά με όλα τα κρουστά της τρομοκρατημένης ορχήστρας της. Θ’ αντέξει; Θα σπάσει;

 

Όταν το κύμα όλη τη νύχτα βράζει κι ο αέρας φυσάει λυσσασμένος στα παράθυρα που τρίζουν, όταν η άμμος μπουκώνει το στόμα και τυφλώνει τα μάτια κι οι αισθήσεις όλες αγωνίζονται να αποτάξουν τον σατανά που έρχεται εκεί απρόσκλητος, βίαιος και διεκδικητικός, το αντιθαύμα παίρνει σάρκα και οστά και σαν να ’ναι αληθινό καίει πυρωμένο σίδερο.

Όχι κάθε νύχτα, μόνο όταν το φεγγάρι γέμιζε· έμπαινε εκείνος ουρλιάζοντας σαν λύκος, σαν οργισμένος άνεμος, με χέρια τανάλιες, αγκάθια, κρικέλια. Τα γνώριζε τα χέρια του, τα είχε μάθει, τις νύχτες όταν βίαζε τον ερειπιώνα του ύπνου της και τα ’νοιωθε πώς χάραζαν ανομολόγητου ρίγους διαδρομές στο παραλυμένο από τρόμο κορμί της. Τα  γνώριζε τα χέρια του, όταν απεγνωσμένα προσπαθούσε να του ξεφύγει, να αποφύγει τη φωτιά που έμπαινε μέσα της, Δίας ακαταμάχητος. Μα,  από πού έμπαινε, ποια πόρτα είχε αφήσει ανοιχτή, για να  εισβάλει ο βραχνάς και να την βασανίσει;

Το πρωί που ξυπνούσε, στον κήπο καμιά αταξία δεν πρόδιδε της νύχτας την ταραχή, η θάλασσα ήρεμα λίκνιζε τα ανθισμένα κυματάκια της κι η γαλάζια βαρκούλα ήταν εκεί, λες από τότε που γεννήθηκε, αραγμένη μεταξύ στεριάς και αμμουδερής παραλίας περιμένοντας. Το όνομά της «Υπομονή». 

 «Υπομονή».  Γεμάτο το υπόγειό της από μνήμες, από πίκρες από λάθη, παραλείψεις, ανεπάρκειες, επιθυμίες, πόθους ανεκπλήρωτους και παρορμήσεις. Τη μέρα κατέβαινε τα μαρμαρένια σκαλοπάτια, λες  κι ήταν η Αρετή στον Άδη, έναν Άδη γεμάτο πάχνες και ρυτιδωμένα όνειρα. Ταλαντευόταν ανάμεσα στην απόφαση ν’ ανοίξει τα μπαούλα, τα  διπλοτριπλοκλειδωμένα με τις βαριές τις κλειδαριές ή να τα αφήσει εκεί γιατί δεν άντεχε τις μυρωδιές και αναθυμιάσεις, τα βλέμματα τα κόκκινα και τις φωνές τις τσιριχτές. Γιατί; Γιατί μας κλείδωσες εδώ; 

Και όλα με εφιάλτη μοιάζαν. Ωστόσο, εκείνη τρέμοντας περίμενε τις νύχτες πότε θα γεμίσει το φεγγάρι, πότε θα τρίξει το παραθυρόφυλλο, θα σπάσουν οι μεντεσέδες, πότε θ’ ακούσει καλπασμό, χλιμίντρισμα αλόγου, πότε αυτός θα εμφανιστεί στο όνειρο καβάλα να την αρπάξει, να την βασανίσει και μετά ας την αφήσει κουρέλι στο πάτωμα.

Τα χρόνια πέρασαν κι ένα πρωί, βρήκανε την «Υπομονή»  σπασμένη, τσακισμένη. Ήταν μια νύχτα με καιρό, άνεμο, κοσμοθαλασσοχαλασιά, της είχε κόψει το σκοινί, με βία την έριξε  στ’ άγρια τα βράχια. Σανίδια, ξεσκλίδια και κουπιά πλέανε στ’ ανοιχτά. Σπασμένο και το παραθυρόφυλλο, αμπαρωμένη όμως η πόρτα για καλά. Στο κρεβάτι, άδειο το νυχτικό της και σκισμένο, άφαντο το σεντόνι της, σαν κάτι άσπρο να έπλεε στ’ ανοιχτά, σαν σύννεφο κουρελιασμένο στα σύννεφα.  Στο πρώτο σκαλοπάτι, μεταξύ υπογείου και αυλής σκόρπια βιβλία, σαν να δραπέτευσαν από χαμό, όπως εκείνα που έσωσε ο Γουλιέλμος, βγαίνοντας από τον καπνισμένο λαβύρινθο στο Όνομα του ρόδου· Ήταν αυτά που της κρατούσαν συντροφιά: ένα του Sigmoud Freud, τα Aνεμοδαρμένα ύψη της Έμιλι Μπροντέ, η Γραμματική του Τζαρτζάνου, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας κι ένας Κανών.  

Οι παλιοί χρονογράφοι μιλούσαν για κάποιον άγνωστο αστερισμό. Οι αστρονόμοι επέμεναν πως είχαν επισημάνει έναν καινούριο αστεροειδή που, επειδή αιώνες τον αναζητούσαν με επιμονή, τον ονόμασαν «Υπομονή».  Με κάτι τέτοια, δήθεν παραμύθια, προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τα τέρατα που ροκάνιζαν λαίμαργα σάρκα μαλακή κάτω από τη λευκή και τρυφερή υπομονετική επιδερμίδα.  

 

Δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο Pen Greece, παράρτημα της Pen International, στις 21-4-24 στο αφιέρωμα στον Μεγάλο Gabo, Γκαμπιέλ Γκαρσία Μαρκές

 

 

Ανθούλα Δανιήλ

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι παιδί της Αθήνας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και είναι  διδάκτωρ Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Υπηρέτησε στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση, μετεκπαιδεύτηκε στη ΣΕΛΜΕ Αθήνας και αποσπάστηκε στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο  για: τη συγγραφή και κρίση βιβλίων, για τη δημιουργία C.D. ROM, με θέμα Δώδεκα  Νεοέλληνες Λογοτέχνες  και το ντοκιμαντέρ για τον Στρατή Μυριβήλη. Παρακολούθησε μαθήματα θεάτρου στο Κέντρο Έρευνας και Πρακτικών Εφαρμογών του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος «Δεσμοί» της Ασπασίας Παπαθανασίου, υπηρέτησε στο Υπουργείο Παιδείας, όπου είχε την ευθύνη του λογοτεχνικού περιοδικού ΑΕΡΟΣΤΑΤΟ, το οποίο απευθυνόταν στα Ελληνόπουλα όλου του κόσμου. Έχει πάρει μέρος σε πολλά Σεμινάρια, Συνέδρια, Ημερίδες, Αφιερώματα με θέμα τη Γλώσσα και τη Λογοτεχνία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Κύπρο, Βρυξέλλες, Σλοβακία, Γεωργία, Ισπανία κ.ά).

Έχει γράψει βιβλία- μελέτες για τον Οδυσσέα Ελύτη Μια αντίστροφη πορεία, από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου στους Προσανατολισμούς (εκδ. Επικαιρότητα, 1986), Τα Τρία Κρυφά Ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη (εκδ. Επικαιρότητα,  1988), για την Ποίηση (Εκδοτικές Τομές, 1996), για την πεζογραφία και ποίηση (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2000, 2002, 2006), για τον Ελληνικό Κινηματογράφο (συνεργασία), ΙΔΕΚΕ, (εκδ. Λιβάνη ), το αφήγημά της Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα (εκδ. Βακχικόν, 2020) και Ψηφιδωτό προ πάντων (εκδ. Νίκας 2021) Συμμετέσχε στο Bookia - Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο 2019 και στο διαδικτυακό αντίστοιχο 2020 και 2021  στο Ζάππειο.

Δημοσιεύει άρθρα, μελέτες και κριτικά κείμενα (βιβλίο, θέατρο, μουσική, χορό) σε έντυπα, εφημερίδες και  ηλεκτρονικά περιοδικά. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της  Εταιρείας Συγγραφέων, της Ένωσης Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου, Μουσικής και Χορού και της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Μελετών.