Χριστόγεννα, πρωτόγεννα, πρώτη εορτή του χρόνου, / για βγάτε, δγέτε, μάθετε, οπού Χριστός γεννάται, / γεννάται κι’ ανατρέφεται με μέλι και με γάλα, / το μέλι τρώγουν άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες, / ανοίχτε τα κουτάκια σας τα κατακλειδομένα / και δόστ’ εμάς τον κόπον μας απ’ το χρυσό πουγγί σας.
Το στοιχείο της ταξικής διαφοράς μεταξύ των μικρών καλαντιστών και των νοικοκυραίων τονίζεται σε ένα σχετικό τεκμήριο που μάζεψε από τη Λήμνο ο Γ. Μέγας (1938), όπου σημειώνεται ότι «το μέλι τρών’ οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες, / και τα φασούλια και κουκιά τα τρών’ οι φουκαράδες»! Ο συλλογέας συμπληρώνει ότι στα παιδιά «τα δίδουν συνήθως μερικές δεκάρες, καρύδια, σύκα τζουτζούφια».
Η Μεσσηνία έχει και αυτή το δικό της μερίδιο στα παραδοσιακά κάλαντα, ήδη από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, που προέρχονται από επιτόπιες καταγραφές γυναικών λαογράφων με καταγωγή από τις οικείες περιοχές. Μια από τις παλιότερες καταγραφές απαντά στη σπουδαία λαογραφική συλλογή της Γεωργίας Ταρσούλη από την περιοχή της Πυλίας (1938) με τη φωνή της Μαρίας Λεμπέση (γεν. 1868) από την Κορώνη[1]. Η Γ. Ταρσούλη (1916-1986) καταγόταν από γνωστή οικογένεια της Κορώνης και εργαζόταν τότε ως γραφέας στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου / εβγάτε, ιδές και δέστε τον όπου Χριστός γεννιέται, / γεννιέται κι’ ανασταίνεται στο μέλι και στο γάλα, / το μέλι τρώνε οι άρχοντες και τα κεριά στους άγιους, / και τα μελισσοβότανα τα λούζοντ’ οι κυράδες. / Κυρά ψηλή, κυρά λιχνή, κυρά καμπανοφρύδα, / κυρά μου τον υγιόκα σου, κυρά μ’ το δάσκαλό σου, / για λούστονε και χτένιστον και στο σχολειό του στείλ’ τον, / να τονε δέρνη ο δάσκαλος με τρία κλωνάρια μόσκο, / να του φωνάζουν τα παιδιά: μωρέ μοσκοδαρμένο, / μωρέ και πούν’ τα γράμματα, μωρέ και πούν’ ο νους σου; / Τα γράμματά ’ναι στο σκολειό κι’ ο νους μου στις κοπέλες, / εδώ περά κι’ αντίπερα, πέρα στις μαυρομάτες, / πούχουν τα μάτια σαν ελιές, τα φρύδια σα γαϊτάνια, / και του κοράκου το φτερό τόχουν καμπανοφρύδι.
Στο κάλαντο αυτό η έμφαση πέφτει στο γιο της κυράς του σπιτιού και στη μόρφωση που πρέπει να πάρει στο σχολείο από το δάσκαλο, έστω και με το ζόρι, αφού ο νους του νεαρού βρίσκεται περισσότερο στις κοπέλες! Δεν πρέπει να είναι τυχαίο ότι στο παραπάνω στιχούργημα γίνεται ευρεία χρήση του σχολείου και της μόρφωσης του παιδιού, καθώς την εποχή εκείνη η Κορώνη ήταν μια ημι-αστική κωμόπολη με αξιόλογη ανάπτυξη, κυρίως λόγω του ελαιολάδου και της σταφίδας (αλλά και της κεραμοποιίας), ενώ στέγαζε το γυμνάσιο της περιοχής και φιλοξενούσε τους καθηγητές του.
Η επόμενη χρονικά καταγραφή προέρχεται από τον Αετό Τριφυλίας (1940) και συγκεντρώθηκε από τη γνωστή φιλόλογο και κριτικό της εποχής Δήμητρα Πουλίτση, που είχε πρώτη υπερασπιστεί την ελληνικότητα της Αιολικής Γης του Ηλία Βενέζη (1943)[2]. Εκείνη την εποχή ο Αετός είχε γύρω στους 1500 κατοίκους, ενώ διέθετε Ειρηνοδικείο, Ταχυδρομείο και Σταθμό Χωροφυλακής. Τρία χρόνια αργότερα (1943) το χωριό θα βομβαρδιζόταν και θα καιγόταν από τους Γερμανούς κατακτητές, με πολλούς κατοίκους να βρίσκουν μαρτυρικό θάνατο ως αντίποινα για την αντιστασιακή τους δράση:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου / εβγάτε για να μάθετε πώς ο Χριστός γεννιέται, / γεννιέται κι αναστένεται στο μέλι και στο γάλα, / το μέλι τρών’ οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες, / και το μελισσοβότανο το λούζονται οι κυράδες. / Κυρά ψηλή, κυρά λιχνή, κυρά γαϊτανοφρύδα, / άνοιξε την κασέλα σου την κατακλειδωμένη, / όπου την κλείδωσε ο Χριστός κ’ η Παναγιά γραμμένη, / να βγάλης χέρια σταυρωτά, βραχιόνες αντρειωμένες, / να βγάλης και ξανθά μαλλιά, σαράντα πέντε πήχες.
Το κάλαντο αυτό είναι εμφανώς πιο μικρό από το προηγούμενο, ενώ απουσιάζει περιέργως η μνεία του σχολείου. Έντονο πάντως είναι εδώ το αίτημα των καλαντιστών προς την κυρά του σπιτιού να ανοίξει την κασέλα της που περιέχει πολύτιμα αντικείμενα για να τα μοιραστεί μαζί τους. Αξιοσημείωτη είναι και η αντικατάσταση του χαρακτηρισμού της κυράς από «καμπανοφρύδα» σε «γαϊτανοφρύδα».
Η επόμενη καταγραφή απαντά στην πλούσια λαογραφική συλλογή της Μαγδαληνής Τσάκωνα από το Μανιάκι (1940), που περιέχει εκατοντάδες τραγούδια, παραμύθια, αινίγματα, παροιμίες κ.ά[3]. Ας σημειωθεί ότι, εξαιτίας της γνωστής μάχης με τον τραγικό θάνατο του Παπαφλέσσα (1825), το Μανιάκι αποτελούσε ήδη από το 1931 ξεχωριστή κοινότητα, στην οποία ανήκε και ο οικισμός Τουλούπα Χάνι:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου / εβγάτε, διέστε οι γι-άρχοντες πού ο Χριστός γεννιέται, / γεννιέται κι ανασταίνεται στο μέλι και στο γάλα, / το μέλι τρώνε οι γι-άρχοντες, το γάλα οι γι-αφεντάδες, / και το μελισσολούλουδο το λούζουνται οι κυράδες. / Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά καγκελοφρύδα, / κυρά όντες στολίζεσαι και πας στην εκκλησιά σου / βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι / και τον καθάριο αυγερινό διαμάντι δαχτυλίδι. / Σε τούτο σπίτι πούηρθαμε πέτρα να μη ραΐση / κι’ ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήση. Χρόνια πολλά!.
Αν και σε όλα τα παραπάνω κάλαντα τα παιδιά απευθύνονται στην κυρά του σπιτιού, την οποία εκθειάζουν δεόντως, στο τελευταίο παρεισφρέει και ο αφέντης του σπιτιού (απ’ τον οποίον όμως δεν ζητούν κάτι). Στο τελευταίο κάλαντο από το Μανιάκι απαντούν επίσης και γραμματικοί τύποι της τοπικής διαλέκτου, που δεν είναι τόσο έντονοι στο πρώτο, ενώ η κυρά αποκαλείται εδώ «καγκελοφρύδα».
Τα πράγματα αρχίζουν να διαφοροποιούνται από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και εντεύθεν, καθώς αυτά τα κάλαντα παραχωρούν τη θέση τους σε άλλα ομόλογά τους με πανελλήνια εμβέλεια. Εντούτοις παραμένουν τόσο στη μνήμη των παλαιότερων όσο και στις λαογραφικές συλλογές ως πολύτιμα τεκμήρια μιας πιο άδολης αν και επώδυνης εποχής με ταξικές διαφορές και κοινωνικές εντάσεις.
[1] Για τη συλλογή αυτή, βλ. την έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών, Λαογραφικά σύμμεικτα της Κορώνης Μεσσηνίας από τις συλλογές της Γεωργίας Ταρσούλη, επιμ. Ι. Πλεμμένος, Αθήνα 2011.
[2] Δήμητρα Πουλίτση, «Η "Αιολική γη" και ο επικριτής της», Τα Νέα Γράμματα 3 (1944), σ. 218-226.
[3] Για τη συλλογή αυτή βλ. Ι. Πλεμμένος «Δημοτικά τραγούδια από το Μανιάκι Μεσσηνίας από την ανέκδοτη συλλογή της Μαγδαληνής Τσάκωνα (1935-1944)», Ιθώμη, .
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004