Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2025 18:12

Η γιορτή της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Η γιορτή της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

ΤΙΜΗΘΗΚΕ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΝΟΥΔΑΚΗΣ  

Τιμώντας την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου) η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών γιόρτασε μέσα σε κλίμα χαράς και λογοτεχνικής μυσταγωγίας διοργανώνοντας εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 19 Μαρτίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και τιμώντας τον ποιητή Αντώνη Σανουδάκη (Σανούδος). 

 

Για τον τιμώμενο ποιητή μίλησαν η δρ λογοτεχνίας, κριτικός και συγγραφέας Ανθούλα Δανιήλ και ο δημοσιογράφος Μανώλης Πιμπλής, ενώ πιάνο έπαιξε ο μουσικοσυνθέτης Φίλιππος Περιστέρης. 

Στην εκδήλωση τα μέλη και οι φίλες και φίλοι της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών απήγγειλαν ποιήματά τους. 

Η Ανθούλα Δανιήλ μιλώντας στην ομιλία της για τον Αντώνη Σανουδάκη σημείωσε: 

“Ο άνθρωπος είναι ένας, αλλά είναι πολλές οι ιδιότητες που μπορεί να αποκτήσει και μία από αυτές μπορεί να επιβληθεί σε όλες τις άλλες.  Στις πολλές ανήκει ο φιλόλογος και θεολόγος, Διδάκτωρ Φιλολογίας, δοκιμιογράφος,  δημοσιογράφος,  καθηγητής στο σχολείο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, Επιστημονικός Προϊστάμενος, Επιμορφωτής, Αναπληρωτής Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Κρήτης, καθηγητής Ιστορίας της Π.Α.Ε.Α.Κ. Στη μία όμως είναι ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ, Ποιητής, πεζογράφος και φορέας της Ιστορικής μνήμης.  Έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές, τρεις σειρές διηγημάτων, τριάντα πέντε μαρτυρίες Αγωνιστών της Αντίστασης, μελέτες για την Ιστορία και τη Λογοτεχνία, συμμετέχει σε επιστημονικά συνέδρια, γράφει σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει τιμηθεί με το βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» και τρεις φορές από την Ακαδημία Αθηνών. 

Πίσω από όλη αυτή τη δραστηριότητα βρίσκεται ένας, σχεδόν ασκητικός  άντρας, Άνθρωπος πάνω απ’ όλα, που σήμερα εδώ, Ημέρα της Ποίησης, η ΠΕΛ έχει την τιμή να τον τιμά για την προσφορά του στην Ποίηση, στα Γράμματα και στην Κοινωνία. 

Αν το πρώτο σκαλί της δημιουργίας είναι η εμπειρία -που είναι- ο  Σανουδάκης   είναι πλούσιος σε εμπειρία και βιβλιογραφία. Ο κατάλογος με τις ποικίλες ιδιότητες και δραστηριότητες του δείχνει την ακούραστη εργατικότητά του, την αλύγιστη προσήλωσή του στον στόχο, την αμετακίνητη πίστη του στο χρέος, την τρυφερή  αγάπη του για τον συνάνθρωπο, τη μνήμη που επιμένει –κυρίως αυτή- και παίρνει άλλοτε τη μορφή ενός στίχου, άλλοτε το σχήμα μιας  ποιητικής πρόζας, άλλοτε μιας ιστορικής μαρτυρίας, άλλοτε γίνεται σχόλιο σε μια εφημερίδα, άλλοτε λόγος σε κοινό και άλλοτε μουσική. 

Η εικόνα του παραπέμπει –και το έχω νιώσει έτσι από την πρώτη φορά που τον γνώρισα και πρωτομίλησα μαζί του-  σε έναν άγιο ή ασκητή που κατέβηκε από το τέμπλο, άλλαξε ρούχα και μπήκε στη μάχη. Δεν είναι μόνο ο Αι Δημήτρης και ο Αι Γιώργης, όπως λένε τα θρησκευτικά μας κείμενα, στρατιώτες άγιοι, ούτε είναι μόνο ο Αι Μιαούλης, ο Αι Κανάρης και η Αγιά  Μαντώ, όπως λέει ο Ελύτης, οι θαλασσομάχοι. Είναι και ο Σανουδάκης, και ας μην το παραδέχεται επειδή είναι πολύ σεμνός και αθόρυβος εργάτης του πνεύματος.

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε στην Κρήτη, το όμορφο, το άγριο, και υπερήφανο νησί. Ήταν μικρό παιδί όταν με τον παππού του ξαπλωμένος στην πλουμιστή μπατανία κοιτάζαν τα άστρα με καημό, γιατί ο μεσαίος κρίκος, ο  πατέρας, είχε  με δόλιο και άτιμο τρόπο χάσει τη ζωή του κι ήταν μόνο 23 ετών. Ο Αντώνης δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον πατέρα. Έτσι με την αφήγηση του παππού, με τα νανουρίσματα μιας πληγωμένη μάνας και με τη δική του μυθικοϊστορική αναδιήγηση, μας έδειξε ότι το χρέος του ήταν να πολεμήσει και αυτός για τα ιδανικά της πατρίδας, για την οποία έχασε τη ζωή του ο πατέρας του και θρηνεί μέσα του βαθιά ο παππούς του.  

Ήταν, από τα πρώτα χρόνια του, παρών σε όλα τα γεγονότα.  Ήταν στη κηδεία Καζαντζάκη μαζί με άλλους επιφανείς σήμερα ομότεχνούς του, έφηβοι όλοι τους τότε. Ήταν, δηλαδή,  σαν τον Σικελιανό, τον Κατσίμπαλη τον Θεοτοκά και τους άλλους πλάι στον Παλαμά, που σηκώνουν στον ώμο τους, τους μύθους του αιώνα,  την πατρίδα, τις ιδέες την πίστη στη γενιά και στον Κύρη του. Δεν σήκωσε τα όπλα εναντίον κανενός. Τα δικά του όπλα ήταν το μολύβι και χαρτί. Εκεί κατέγραψε όσα είδε, όσα ένιωσε κι όσα άκουσε, από αυτά που έγιναν πάνω το χώμα της μάνας γης Κρήτης. Το πολύπαθο νησί.  

Το έδαφος της Κρήτης ανέκαθεν υπήρξε εξαιρετικά γόνιμο, γιατί ήταν της μοίρας του να δοξαστεί πολλές φορές, πράγμα που σημαίνει πως ήταν της μοίρας του ο τόπος να πενθήσει. Γιατί η δόξα θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους. Ο Σανουδάκης θα μεταβάλλει το δικό του αίμα σε μελάνι για να καταγράψει  την πλούσια εμπειρία του, από τα οικογενειακά αλλά και τα προσωπικά βιώματα, από την βιβλιοθήκη του μυαλού του και από τις πληγές του σώματός του. Να θυμίσω πως ο Μακρυγιάννης έδειχνε τα τραύματά του και ρωτούσε «Γιατί τα τραβήξαμε όλα αυτά; Γι’ αυτήνη την Πατρίδα».    Επομένως, οι θλίψες του οι μεγάλες είναι γραμμένες στο μέτωπό του, αλλά δεν είναι εύκολο να τις δει κανείς, ίσως τις βλέπει καλύτερα στην παλάμη του… αλλά ποιος ξέρει να διαβάσει τι η μοίρα του είχε επιφυλάξει… 

Μικρή αναδρομή στο πολύπαθο παρελθόν: 12 Απριλίου 1941 ο Σεφέρης φτάνει στη Σούδα, στην Κρήτη. Στις 5 Μαΐου 1941 γράφει στο ημερολόγιό του: Το νησί γεμάτο μυρωδιές από τα βότανα και λεμονάνθια. Μια αφάνταστη γαλήνη. Δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους του ανθρώπου πως μπορεί, από τη μια στιγμή στην άλλη, να πέσει η φωτιά και το σίδερο μέσα σε τέτοια κατάνυξη. Έτσι πρέπει να ήταν η Χίος την παραμονή της σφαγής. Έτσι.» (Μέρες Δ΄, σελ. 73)  η Ιστορία κάνει κύκλο και επαναλαμβάνεται. Ο Σεφέρης αυτό υπαινίσσεται. 

Ο Σανουδάκης δεν είπε ποτέ το παρελθέτω απ’ εμού, το ποτήριον τούτο. Ήπιε το ποτήριο και απόμεινε μες στης ψυχής το βάθος, η τρύγα, το κατακάθι, γεμάτο μηνύματα για το μέλλον. Μνήμες καλύτερα θα πω, κεντρίσματα από αγκάθια στου μυαλού τ’ αυλάκια. 

Πονάει το σώμα του παντού, είναι ο χρόνος εχθρικός, τον νιώθει στις αρθρώσεις σαν ποδηλάτης, «όπως το άλγος στον τετρακέφαλο του αποσυρθέντος ποδοσφαιριστή». Το όνειρό του είναι «θεριό ανήμερο», «ανυπάκουο θηρίο της ειμαρμένης», κι ο ίδιος Δραπέτης των ημερών, «δραπέτης έφιππος δικυκλιστής». Δεν είναι τυχαία η εμμονή του στους τροχούς – στο υπεραστικό λεωφορείο και στα δίκυκλα: ποδήλατα, μοτοσυκλέτες, πατίνια. Ο χρόνος τρέχει με αμιλλητήρες τρόχους, λέει ο Σοφοκλής.  Μαρσάρει, και όλοι οι τροχοί της μοίρας τη μεγάλη ρόδα γυρίζουν, του χρόνου το Πάνω-Κάτω διαγράφουν, και σε κάθε στροφή ή σφαίρα στο Σφαιριστήριο Λαβυρίνθου, γίνεται αστραπή που φέρνει στο φως ένα ιστορικό επεισόδιο ή κοινωνικό ή προσωπικό.  

Ο Σανουδάκης επανέρχεται έφιππος στην ωραία εμμονή του,  στο όνειρο, στα δίκυκλα και στους δικυκλιστές, στην κάποτε Διανυκτερεύουσα πλατεία του (Κνωσός, 1990). Στη Λεωφόρο Δημοκρατία, της μόνης Δημοκρατίας επί της γης. 

Ο Σανουδάκης είναι αυτήκοος μάρτυς της ιστορίας, της μνήμης, του χρόνου και της ζωής που φεύγει μακριά, αλλά και ιχνηλάτης του φωτός, Ημεροδρόμος του έρωτος και Ιππότης του ονείρου (για να θυμηθώ παλιούς τίτλους), ωτακουστής και ως εκ τούτου, βρίσκεται πάντοτε παρών. Και αφού ο χρόνος τρέχει με ρόδες αλλάζουν και οι καιροί, αλλάζει και ο ίδιος: 

«Αλλάζω, αρχίζω απ’ την αρχή, δεν πρέπει να σημαίνει ότι απαρνιέμαι τον εαυτό μου, αλλά ότι τον ξεπερνώ». Τον πάω παρακάτω, του δίνω άλλες ευκαιρίες και τόπια χρυσά για να παίξει, να αφήσει πίσω τα καλούπια κι ελεύθερος από τη λογοκρισία, τις συμβάσεις της καθημερινότητας, το μάτι του τραμπούκου,  να πάρει την εκδίκησή του…  

Θα σηκώσει το χέρι στον άλλον επάνω για να πάρει εκδίκηση; Όχι!!! όλα θα τα πολεμήσει με τα δικά του όπλα, τη συγγραφή, και έτσι θα φανεί ποιος αληθινά είναι πίσω από εκείνον τον κατάλογο που ανέφερα στην αρχή, ποιος είναι ο   Άνθρωπος που με την αψηφισιά του κινδύνου θα πει: εδώ είμαι, μπορώ να σε κοιτάζω κατάματα και να σε ρωτάω ΓΙΑΤΙ;;; 

Αυτή, λοιπόν είναι η Κρήτη, το όμορφο και άγριο νησί. Μια λήκυθος γεμάτη μνήμη που φέρνει πόνο. Είναι ο Μνησιπήμων ο πόνος όπως τον αποκάλεσε ο Αισχύλος.  

Αποσπώ από τα κείμενά του ψηφίδες ανατρέχοντας σε όλες τις περιόδους της ζωής του: η αναδρομή αρχίζει από τα παπούτσια ΕΛΒΙΕΛΑ και το στουπέτσι, τη ΒΙΚΕΛΑΙΑ, το γονικό φακέλωμα, τους τίτλους έργων του Καζαντζάκη, τους τίτλους των εφημερίδων, το σιντριβάνι των λιονταριών, «το χλιμίντρισμα τ’ αλόγου  του Άι Μηνά», «τον πλανόδιο ‘Βασιλέα των Πουλέων’» και το «Μαρτινέγκο» (μνήμες που ξαναείδαμε και στο αξέχαστο ατμοσφαιρικό Σφαιριστήριον Λαβυρίνθου). Η καζαντζακική  «κατηγορική προσταγή»: «φτάσε όπου δεν μπορείς να φτάσεις» διαβιβάζεται με τη φωνή του πατέρα: «γιε μου, ξάνοιξε μη με ντροπιάσεις» και  πραγματώνεται στη ζωή και στα έργα του γιου. Ξάνοιξε, θα πει, Πρόσεχε.

Ο Σανουδάκης δεν θα ντροπιάσει κανέναν, αντιθέτως, με κίνδυνο της ζωής του θα δώσει φωνή στις φωνές εκείνων που έχουν αγιοποιηθεί μέσα του και αναδύονται από τα βάθη της μνήμης του, αμίλητοι σαν να του υπενθυμίζουν το χρέος του απέναντι σε όλους εκείνους τους προγόνους, τους συγγενείς και τους αγωνιστές… απέναντι στην Ιστορία.  

Το ιερό αυτό χρέος είναι η δική του συνεισφορά, το δικό του αίμα ως το αντίτιμο της σωτηρίας του. Δεν του χαρίστηκε η ζωή έτσι για να φροντίσει τα χωράφια του και τα υποστατικά του, αλλά για να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη εκείνων που πάλεψαν στα μαρμαρένια αλώνια. Είναι αυτός που φυλάει το πόστο που είχαν εκείνοι. Ο Σανουδάκης τιμά την έντιμη γενιά του και το έντιμο αίμα του. Και αυτή η τιμή έχει πολλά πρόσωπα. Έχει όλα τα πρόσωπα της Κρήτης, της Ιστορίας, της δημιουργίας, του πολιτισμού της χαράς, της μνήμης και του πένθους. 

Ο Καζαντζάκης έγραψε Αναφορά στον Γκρέκο, για να τιμήσει τον μεγάλο πρόγονο, τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Ο Ελύτης μιμούμενος τον Καζαντζάκη έγραψε την Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, για τον ίδιο λόγο, και ο Σανουδάκης έγραψε (μικρή) Αναφορά στον Καζαντζάκη. Οι διώξεις και τα βάσανα όλων των προαναφερθέντων δείχνουν ότι κάθε εποχή έχει τα δικά της δεινά και χρέος να παλέψει με τα θηρία.  Σαν Χριστός σταυρώνεται ο τόπος• «Άλλης λογής οι διώξεις Εκείνου, άλλου μεγέθους  οι αλλεπάλληλες δικές μου». Και για να μην μιλάει πάντα για το εδώ και τώρα, διολισθαίνει από μια χαραμάδα της ιστορίας στα βυζαντινά…

Κι Ο Διογένης Ρωμανός /  ολίγον προ της συλλήψεώς του/                             μετά τη μάχη του Ματζικέρτ/  απέστειλε μήνυμα/ με επιστολήν/                                προς τη Βασιλεύουσα/  σε απόκρυφον ωραίαν φίλαθλον/  του Ιπποδρόμου:

                            «Χίλιες ευχές, ένα φιλί, μια βιόλα κι ένα χάδι

                            εκρέμασα του φεγγαριού να σου βαστά το βράδυ»

 ο Κρητικός δεν ξεχνάει τη μαντινάδα. Ούτε ο Διογένης Ρωμανός μπροστά στον εξευτελισμό. Την έσχατη ώρα, ο άνθρωπος γυμνός από εξουσίες και γαλόνια είναι απλός άνθρωπος και για τον Σανουδάκη, είναι ποιητής!.

Και ο ποιητής είναι πάντα μεθυσμένος από έρωτα για τη γυναίκα και για την πατρίδα. Και ο Σανουδάκης κάπου εκεί, ανάμεσα σε μαρτυρίες και μαρτύρια, γαληνεύει την ψυχή του με μια «Μαρία» και μια «Ειρήνη» (οι δυο του θυγατέρες) και συνεχίζει «ελπίζων όχι επί ματαίω».

Ήταν ένα κορίτσι που ερωτεύτηκε το αρχοντόπουλο. Ξαφνικά εξαφανίστηκε. 400 χρόνια μετά, μπήκαν στο αρχοντόσπιτο μπουλντόζες, γκρεμίσανε το σπίτι, καθαρίσανε και το πηγάδι της αυλής που ήταν γεμάτο μπάζα. Εκεί μέσα βρέθηκαν οστά κοριτσιού. Οι γείτονες έλεγαν ότι από το πηγάδι έβγαινε τα παλιά χρόνια ένα φως. Έτσι είπε  ο Σανουδάκης στο Σφαιριστήριο Λαβυρίνθου. Και το πραγματικό γεγονός επαναλαμβάνεται σε  ποιητική τραυματική εκδοχή

                Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο 

                               παρθένες και μητέρες

                    έλαχε να δώσει * και σε σας ο Χάρος 

                              τη φούχτα του γεμάτη

             Μεσ’ απ΄ τα πηγάδια* τις κραυγές τραβάτε 

                                αδικοσκοτωμένων  

                                   (Το Άξιον Εστί, «Τα Πάθη»)

Στον Αντώνη Σανουδάκη, που τιμά η ΠΕΛ, χρωστάμε ένα μεγάλο ευχαριστώ γιατί μας έδειξε και μας δείχνει με την παρουσία και το έργο του, το ήθος και το ύφος του, ότι ακόμα υπάρχει Άνθρωπος σ’ αυτή τη γη και σ’ αυτόν θα ελπίζουμε πάντα.

Υ.Γ. Ο τιμώμενος στην αντιφώνηση:

  Στο άστυ το κλεινόν που στέκουνε

  αγέρωχα τα τείχη του 

  και τα ιερά μνημεία 

  μου έγινε κάλεσμα από φίλους

  και στάθηκα αγαπητικά

  να τους κρατήσω μέσα στα βάθη της ψυχής 

  φωτογραφία ενθύμιο 

  μ’ ένα λουλούδι στην καρδιά

Από τις Νύμφες του Παρνασσού δοσμένα.

                                  * 

Τα χείλη απού εμίλησαν δεν τα’ χα πλερωμένα

 Μα μίλησαν ευγενικά ως είναι μαθημένα.

                                 *

Το αίμα όπως ρέει με χρώματα βυζαντινά στις φλέβες,

Μες στην καρδιά ανάγλυφο μορφοποιεί το ποίημα".”