Στα εορταστικά έργα του ο Παπαδιαμάντης βάζει μικρά παιδιά να ψάλλουν τα κάλαντα. Στον Σημαδιακό (1889), που τοποθετείται λίγο πριν από τη εορτή των Θεοφανείων, ο Παπαδιαμάντης μάς εισάγει στο σπίτι του μπάρμπα-Θανασού, που περιμένει με ανυπομονησία μαζί με την οικογένειά του τους καλαντιστές. Ο απόμαχος ναυτικός επιθυμούσε να ακούσει, «πλην του κοινού άσματος των Φώτων, έν δι’ εαυτόν, έν διά την σύζυγόν του, έν διά το καράβι, ανά έν διά τους έξ υιούς του, ανά έν διά τας τρεις θυγατέρας του, και δύο διά την τρίτην κόρην του, το Μπαϊράκι, το όλον δεκαπέντε άσματα», έχοντας ετοιμάσει και ισόποσα εικοσιπενταράκια. Οι «αυτοσχέδιοι μελωδοί» που επωμίζονται την τεράστια αυτή ευθύνη είναι δύο μικρά παιδιά, και το μόνο που καταφέρνουν να συνθέσουν είναι ένα άσμα για τη μάνα που περιμένει τα παιδιά της:
Κυρά μου, τα παιδάκια σου, κυρά μου, τ’ ακριβά σου,
καράβι τριοκάταρτο στο πέλαγο αρμενίζουν…
Παρ’ όλα αυτά, ο μπάρμπα-Θανασός, «ενθουσιών», κολλά ένα νόμισμα στο μέτωπο ενός από τα παιδιά, εισπράττοντας όμως την ενοχλημένη απάντηση: «Δεν είμ’ εγώ βιολιτζής, μπάρμπα». Τα παιδιά προφανώς ενοχλήθηκαν επειδή αυτή η κίνηση του παλιού ναυτικού παρέπεμπε στους επαγγελματίες μουσικούς των πανηγυριών, που λειτουργούσαν περισσότερο ως διασκεδαστές παρά ως ισότιμοι πανηγυριστές. Εντούτοις, τα παιδιά βούτηξαν τα εικοσιπενταράκια τους και εξαφανίστηκαν.
Ο ρόλος των καλάντων, κατά τον Παπαδιαμάντη, δεν είναι μόνο παραμυθητικός, όπως με τον μπάρμπα-Θανασό, αλλά και συμφιλιωτικός, δηλ. λυτρωτικός. Κάτι τέτοιο προκύπτει από το γεγονός ότι στον Σημαδιακό τα δύο μικρά παιδιά εμφανίζονται «μαλωμένα» όλο το χρόνο. «Τας παραμονάς των Χριστουγέννων όμως επήρχετο η συνδιαλλαγή, περιήρχοντο κατά τας τρεις εορτάς [δηλ. τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα] ‘τας συγγενικάς οικείας’, ετραγώδουν τα συνήθη άσματα, εμάζευον ολίγα λεπτά, έκαμνον μερίδιον [...] και πάλιν μετά τα Φώτα εμάλωναν».
Είναι αξιοθαύμαστο πώς ο Παπαδιαμάντης μεταμορφώνει δυο άξεστα (κατά τα φαινόμενα) χωριατόπαιδα που ερίζουν όλο τον χρόνο σε τρυφερούς καλαντιστές, που έχουν την ικανότητα να συγκινούν βαθύτατα μια ολόκληρη οικογένεια, όπως αυτή του μπάρμπα-Θανασού, επινοώντας στίχους σαν και τους παρακάτω που απευθύνει η μητέρα των ξενιτεμένων γιων της στον Βοριά:
Σπρώχνε, Βοριά, τα κύματα, να μόρθη το παιδί μου,
τ’ αγαπημένο μου πουλί και το ξεπεταρούδι,
ανάθρεμμα της αγκαλιάς, της ξενιτειάς λουλούδι.
Η μεγάλη σημασία που απέδιδε ο Σκιαθίτης λογοτέχνης στον κοινωνικό ρόλο των καλάντων προκύπτει και από τα άρθρα που δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Ένα χρόνο πριν από τον Σημαδιακό, ο Παπαδιαμάντης έγραφε τα Αγιοβασιλιάτικά του (1888), όπου μεταξύ άλλων έθιγε το θέμα της αλλοίωσης των παραδοσιακών καλάντων. Τα δε κάλαντα που παρουσιάζει ως χαρακτηριστική περίπτωση «κακοφώνου ραψωδήματος» είναι τα γνωστά μέχρι σήμερα «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψιλή μου δενδρολιβανιά...»! Και τούτο διότι στον τελευταίο στίχο της πρώτης στροφής εμφανίζεται το ασύντακτο «εκκλησιά με τ’ άγιος θρόνος»! Αντ’ αυτού προκρίνει τα κάλαντα που «έχουσιν υπόθεσιν αποκλειστικώς την εορτήν της ημέρας, αλλά, χωρίς να παρακολουθώσι τα ιερά κείμενα, διεξέρχονται το θέμα με ποιητικά χρώματα, και βοηθεία της δημώδους légende».
Ένα από τα πιο κατάλληλα, κατ’ αυτόν, κάλαντα που προτείνει ακούγονταν μέχρι πρόσφατα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης της Πελοποννήσου:
Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου
για βγάτε, διέτε, μάθετε πως ο Χριστός γεννάται.
Γεννιέται κι ανατρέφεται με μέλι και με γάλα,
το μέλι τρών’ οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες
και το μελισσοβότανο το νίβονται οι κυράδες…
Τα κάλαντα αυτά εμφανίζονται στον Αμερικάνο (1891), που περιγράφει την επιστροφή ενός μετανάστη μετά από χρόνια στην πατρίδα του τις ημέρες των Χριστουγέννων. Το άκουσμα των καλάντων όπως βγαίνει από στο στόμα των παιδιών χαρακτηρίζεται από τον Παπαδιαμάντη ως «λάλημα χειμερινών στρουθίων» (δηλ. σπουργιτιών), τα οποία φαντάζεται ως «διασταυρούμενα και φεύγοντα κατά διαφόρους διευθύνσεις».
Εμβόλιμα κάλαντα μπαίνουν και στο στόμα των μεγάλων, όταν αυτοί διασκεδάζουν τις μέρες της Πρωτοχρονιάς, στο πλαίσιο γάμων ή αρραβώνων, όπως στο διήγημα Τα συχαρίκια (1893). Η αφορμή για το γλέντι είναι τα «εμβατίκια» του αρραβωνιαστικού στο σπίτι της κυρά-Γαλάτσαινας, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, με τα οποία θα του επιτρεπόταν να μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο σπίτι τής μέλλουσας νύφης. Αφού οι άνδρες «έφαγαν καλά» και οι γυναίκες «εγεύθησαν με άκρα χείλη» (δηλ. με την άκρη των χειλιών τους), οι πρώτοι, βάζοντας «εις ενέργειαν» δυο μεγάλες φιάλες κρασιού, άρχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα. Η πλευρά της αρραβωνιαστικιάς έλεγε:
Σ’ αυτό το σπίτι πούρθαμε πέτρα να μη ραΐση
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήση
ενώ η πλευρά του γαμπρού απαντούσε:
Χίλια καλώς ωρίσατε, φίλοι μ’ αγαπημένοι,
κι από καιρού χαρούμενοι και καλοκαρδιασμένοι.
Ταυτόχρονα, οι παρευρισκόμενοι έραιναν τον αρραβωνιαστικό με «κοφέτα» και «ορύζιον», ενώ ο γέρο-Λάζος «έκαμε τόσον κέφι, ώστε μεταξύ δύο τραγουδιών εκάστοτε δεν έπαυε να φωνάζη: – Ας φέξη!». Το τελευταίο δίστιχο («Χίλια καλώς ορίσατε») συμπεριελήφθη αργότερα από τον Σκιαθίτη λόγιο Γ. Ρήγα (1958) στα δίστιχα «του τραπεζιού», που «εφαρμόζονται και αυτά στις μελωδίες των διστίχων της αγάπης». Εδώ τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα λειτουργούν ως σύνδεσμος και δίαυλος μεταξύ των δύο οικογενειών που συγγενεύουν μέσα από το νέο ζευγάρι.
Καλή Χρονιά!
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004