Τετάρτη, 06 Απριλίου 2022 17:52

Καφές βαρύ πικρός

Καφές βαρύ πικρός

Του Δημήτρη Μπουσούνη 
     Τα καφενεία που βρίσκονται σε ορεινά και άγονα μέρη της πατρίδας μας, εκτός από χώροι αναψυχής, είναι ταυτόχρονα τόποι συνεύρεσης των κατοίκων.   

Εκεί συναντάει ο κάθε χωρικός το συγχωριανό του, το φίλο, το συγγενή για ν’ ανταλλάξει δυο κουβέντες και να πει τον πόνο του.

Σ’ αυτούς τους χώρους γίνονται συζητήσεις για τις χαρές και τις λύπες του χωριού, για τις γιορτές και τα πανηγύρια, για παντρολογήματα αλλά και για κάθε είδους συναλλαγή.

Το καφεδάκι σ’ αυτά τα μέρη δεν είναι ένα απλό ρόφημα, που πίνεται με μιας, έτσι όπως πίνει κάποιος ένα ποτήρι νερό.

Η κατανάλωση του καφέ θέλει ρέγουλα κι έτσι όποιος τον πίνει, απολαμβάνει την κάθε γουλιά σαν το πρώτο φιλί της νιότης.

Ο καφετζής πρέπει να γνωρίζει τα γούστα του κάθε συγχωριανού του, γιατί άλλος θέλει τον καφέ σε χοντρό φλιτζάνι βαρύ γλυκό, άλλος μέτριο με ολίγη, άλλος προτιμάει να κερνιέται από ψηλά με φουσκάλες κι άλλος τον πίνει σκέτο.

Η ανταμοιβή του καφετζή για όλα αυτά σε ημερήσια βάση είναι ζήτημα αν ξεπερνάει τα 20 Ευρώ και μ’ αυτά χρήματα πρέπει να καλύψει τις ανάγκες τόσο του μαγαζιού του αλλά και της οικογένειάς του. 

Έρχεται, λοιπόν, στη συνέχεια η πολιτεία και αντί να πριμοδοτεί αυτόν τον ταλαίπωρο άνθρωπο, στην ουσία τον ποτίζει φαρμάκι.

Τον αναγκάζει να έχει φορολογική ενημερότητα και εκτός από την ταμειακή μηχανή, πρέπει να διαθέτει μηχανάκι POS. Κατά συνέπεια πρέπει να πληρώνει λογιστή για να είναι εντάξει με τις φορολογικές του υποχρεώσεις.

Κάτι ανάλογο, δηλαδή, όπως κάνουν τα πολυκατάστημα στις πόλεις, που έχουν τεράστιο τζίρο και εισπράττουν ημερησίως δεκάδες χιλιάδες Ευρώ!

Αυτές οι ακατανόητες αποφάσεις της πολιτείας ανάγκασαν τα τελευταία χρόνια χιλιάδες καφενεία στα χωριά της πατρίδας μας να κλείσουν, με συνέπεια να επέλθει μαρασμός στην Ελληνική ύπαιθρο.

Μια σκέψη θα ήταν για τα ορεινά χωριά μας της πατρίδας μας, εκεί που δεν υπάρχει τουρισμός, να δημιουργηθούν ελεύθερες ζώνες οικονομικής συναλλαγής.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα δοθεί η δυνατότητα στους κατοίκους αυτών των περιοχών να δραστηριοποιούνται ελεύθερα, ώστε να ζωντανέψει ξανά ο τόπος.

Διαφορετικά σε λίγα χρόνια θα ερημώσουν τελείως τα χωριά μας και εκτός από την οικονομική δυσπραγία, θα χαθεί μαζί τους κι ένας ανεκτίμητος πολιτισμικός θησαυρός.

Όσοι κάτοικοι παραμένουν ακόμα εκεί, είναι άνθρωποι κάποιας ηλικίας και το κάνουν επειδή αγαπούν τον τόπο τους. 

Στα χείλη τους, όμως, είναι ριζωμένη η πίκρα, γιατί  φως στο τούνελ δε βλέπουν και σε καθημερινή βάση ο καφές που πίνουν, είναι βαρύ πικρός!

 

Δημήτρης Ν. Μπουσούνης: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.