Η Τουρκία συνεχίζει να προβάλλει τις θέσεις της περί «Γαλάζιας Πατρίδας», ενώ η Ελλάδα επιμένει στην προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αποκλειστικά και μόνο για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε το ζήτημα της άρσης του casus belli (αιτία πολέμου) χωρίς να πάρει απάντηση, και ο Τούρκος πρόεδρος αρκέστηκε να πει ότι τα ζητήματα στο Αιγαίο είναι «ακανθώδη αλλά όχι άλυτα».
Η Ελλάδα αναγνωρίζει μόνο μία διαφορά, την oριοθέτηση Υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Υποστηρίζει ότι η οριοθέτηση πρέπει να γίνει με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS 1982), το οποίο αναγνωρίζει ότι τα νησιά έχουν δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Στην οριοθέτηση όμως Υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, στην περίπτωση μικρών νησιώτικων συμπλεγμάτων, η Ελλάδα αποδέχθηκε μειωμένη επήρεια.
Στην περίπτωση των Διαπόντιων Νησιών (Οθωνοί, Μαθράκι, Ερεικούσσα), συμφωνήθηκε επήρεια που υπολογίζεται γύρω στο 70%. Και στην περίπτωση των Στροφάδων, αναγνωρίστηκε σημαντικά μειωμένη επήρεια, περίπου στο 32%.
Αυτή η συμφωνία κάνει φανερό ότι λύσεις υπάρχουν και για το Αιγαίο. Η θέση της Τουρκίας ότι τα νησιά δεν πρέπει να έχουν πλήρη επήρεια σε θαλάσσιες ζώνες, καθώς αυτό θα «εγκλώβιζε» την Τουρκία στις ακτές της, δεν είναι εκτός πραγματικότητας.
Η Τουρκία αμφισβητεί το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια, θεωρώντας το ως αιτία πολέμου (casus belli).
Και σε αυτό το σημείο οι δύο πλευρές στέκουν σε απόλυτες θέσεις.
Θα μπορούσαν να επεκταθούν τα χωρικά της ύδατα της Ελλάδας στα 12 ναυτικά μίλια σε περιοχές όπου δεν επηρεάζεται η διεθνής ναυσιπλοΐα (π.χ. Ιόνιο, όπως ήδη έγινε ή νότια της Κρήτης) και να περιοριστούν μεταξύ 6 ή 10 μίλια σε άλλα σημεία του Αιγαίου.
Ιστορικά έχει υπάρξει η ιδέα για 12 μίλια στις ηπειρωτικές ακτές και στα νησιά δυτικά του 25ου μεσημβρινού, ενώ τα νησιά ανατολικότερα (πιο κοντά στην Τουρκία) θα διατηρούσαν τα 6 μίλια.
Η λύση για όλα τα ζητήματα θα μπορούσε να είναι το Διεθνές
Δικαστήριο της Χάγης (ICJ). Η άρνηση των δύο χωρών να το κάνουν (η Ελλάδα δέχεται την προσφυγή μόνο για χωρικά ύδατα και ΑΟΖ) δεν μπορεί να έχει άλλη ερμηνεία από το ότι το Αιγαίο και οι διαφορές που υπάρχουν σε αυτό, καλά είναι να συνεχίσουν να υπάρχουν. Δεν είναι ασήμαντο όπλο η επίκληση εξωτερικών εχθρών για αντιμετώπιση εσωτερικών κινημάτων.
Στο ζήτημα της αποστρατικοποίησης τώρα ελληνικών νησιών και πάλι το ζήτημα υπάρχει μάλλον για άλλους λόγους απο τον κίνδυνο εθνικής ασφάλειας της Τουρκίας, αν αυτά έχουν μερικούς στρατιώτες ή της Ελλάδας αν δεν έχουν.
Η Τουρκία θυμάται ότι βάσει των Συνθηκών της Λωζάνης (1923) και των Παρισίων (1947), σειρά ελληνικών νησιών πρέπει να είναι αποστρατιωτικοποιημένα, μερικώς ή πλήρως.
Αρχικά προβλεπόταν πλήρης αποστρατιωτικοποίηση μέσω της Σύμβασης της Λωζάνης για τα Στενά. Ωστόσο, η Ελλάδα υποστηρίζει ότι το καθεστώς αυτό καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τη Σύμβαση του Μοντρέ (1936), η οποία έδωσε το δικαίωμα επανεξοπλισμού τόσο στην Τουρκία για τα Στενά όσο και στην Ελλάδα για τα συγκεκριμένα νησιά.
Η «Συνθήκη των Παρισίων» (1947), πρόβλεπε ότι τα Δωδεκάνησα παραχωρούνται στην Ελλάδα με την υποχρέωση να παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα. Και τι απαντά η Ελλάδα; Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή τη συνθήκη (υπογράφηκε μεταξύ των Συμμάχων και της Ιταλίας), επομένως δεν μπορεί να αντλεί δικαιώματα από αυτήν. Υπάρχει δηλαδή η συνθήκη που υποχρεώνει την Ελλάδα να κρατά αποστρατικοποιημένα νησιά, την οποία η Ελλάδα δεν τηρεί, αλλά η Τουρκία δεν μπορεί να διαμαρτύρεται αφού δεν είναι συμβαλλόμενη.
Γίνεται συνεχώς «ανασκαφή» άρθρων και κανονισμών που θα επιτρέπουν στις άρχουσες τάξεις να μην κάνουν ούτε ένα βήμα πίσω στη διατήρηση της αντιπαράθεσης.
Το «δίκιο» που επικαλείται κάθε πλευρά δεν είναι παρά προσχήματα για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) και των εμπορικών δρόμων. Η σύγκρουση δεν αφορά τα συμφέροντα των λαών, αλλά αυτά των ομίλων.
Η εξωτερική πολιτική και των δύο χωρών εξυπηρετεί τις επιδιώξεις των κεφαλαιοκρατών, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον εθνικισμό για να εξασφαλίσουν τη λαϊκή συναίνεση και να αποπροσανατολίσουν από την εσωτερική ταξική πάλη.
Οι εθνικές «κόκκινες γραμμές» είναι απαραίτητες για να μπορεί να επιβληθεί η πολιτική που εξυπηρετεί τα μεγάλο κεφάλαιο. Και να περάσει πιο εύκολα η κατηγορία της εθνικής προδοσίας ενάντια σε όσους σταθούν απέναντι στις πολιτικές σύγκρουσης.
Στα ζητήματα παίζουν ρόλο και οι πολιτικές των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών που τίποτε δεν έχουν να κάνουν με Αρχές και δίκαια. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο αδιάσειστο επιχείρημα για αυτή τη θέση από τη γενοκτονία στη Γάζα.
Στην πραγματικότητα οι εργαζόμενοι και στις δύο πλευρές του Αιγαίου δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Ούτε οι Τούρκοι εργαζόμενοι έχουν να κερδίσουν αν τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας παρέμεναν στα 6 μίλια, ούτε να χάσουν αν αυτά επεκτείνονταν στα 12. Ούτε οι Έλληνες είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση.
Η λύση δεν μπορεί να βρεθεί στα διεθνή δικαστήρια ή στα όπλα, αλλά στην κοινή πάλη των Ελλήνων και Τούρκων εργαζομένων ενάντια στις κυβερνήσεις τους και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, ενάντια στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004