Σάββατο, 09 Μαρτίου 2024 16:38

Αποκριάτικα έθιμα και τραγούδια της προπολεμικής Κορώνης από τη συλλογή της Γεωργίας Ταρσούλη (1938-9)

Δικτατορία γυναικών - Καθαρά Δευτέρα (Κόμποι, 1964). Φωτ. Εμμαν. Κ. Μίχου (ΛΑ2911, 19) Δικτατορία γυναικών - Καθαρά Δευτέρα (Κόμποι, 1964). Φωτ. Εμμαν. Κ. Μίχου (ΛΑ2911, 19)

Του Δρ. Ιωάννη Πλεμμένου, Κύριου Ερευνητή στο Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών

Τα κείμενα που θα παρουσιαστούν εδώ προέρχονται από τη λαογραφική συλλογή της Κορωναίας λογοτέχνιδας και λαογράφου, Γεωργίας Ταρσούλη (1916-1986), που υπηρετούσε τότε στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών. Μεταξύ 4 Ιουλίου και 15 Αυγούστου 1938, η Ταρσούλη διεξήγαγε εντεταλμένη λαογραφική αποστολή στην περιοχή της Πυλίας (Κορώνη, Βασιλίτσι και Χρυσοκελλαριά), όπου συγκέντρωσε πλούσια λαογραφική ύλη[1]. Η συλλογή της (χφ. 1159) περιέχει 459 τραγούδια, 190 παροιμίες, 129 δίστιχα, 58 παραδόσεις, 48 αινίγματα, 34 επωδές, 15 παιδιές, 6 παραμύθια, 10 προικοσύμφωνα κ.ά[2]. Ο σπουδαίος λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος (1908-2003) χαρακτήρισε τη συλλογή «εξαίρετη […] που όχι μόνο έσωσε τα κείμενα αλλά και ετόνωσε τότε (στα χρόνια της ιταλογερμανικής κατοχής και πείνας) το παραδοσιακό φρόνημα των αναγνωστών της»[3].

 

Τα αποκριάτικα έθιμα και τραγούδια είναι ενταγμένα στο πλαίσιο των τελετουργικών δρωμένων της προπολεμικής Κορώνης και αφορούν την περίοδο από την Κυριακή των Απόκρεω μέχρι και την Καθαρά Δευτέρα[4]. Είναι πάντως αξιοπερίεργο το πώς η τοπική κοινωνία της εποχής συνδύαζε τη λαϊκή θρησκευτικότητα (με την προετοιμασία για τη Σαρακοστή και τη νηστεία) με το σατιρικό πνεύμα, που έπαιρνε ενίοτε τολμηρές διαστάσεις. Στο πλαίσιο αυτό εντοπίζεται τόσο η «παρενδυσία» (άνδρες που φορούσαν γυναικεία ρούχα και αντίστροφα) όσο και η διακωμώδηση κληρικών (όπως στο σπαραξικάρδιο τελετουργικό τραγούδι «Πώς το τρίβουν το πιπέρι»). Η παρακάτω περιγραφή προέρχεται από τη Γεωργίτσα Καπηνιάρη (55 ετών) και χρησιμοποιεί γραμματικούς τύπους από την τοπική διάλεκτο (1159Α΄, σ. 29-34):

«Το Σαββάτο της Κρεατινής είναι Αποκριές. Κάνουνε γλέντι, τραπέζι όλα τα συγγενικά σπίτια και γλεντάνε. Λένε και τραγούδια σατιρικά και τα τραγουδάνε ούλοι μαζί:

 

Ένα μήλο κόκκινο επάνω στο τραπέζι

Να το βάνουμε στη μέση

Να φιλήσεις όποιαν σ’ αρέσει.

Φίλησε το σύντροφό σου

Όπου είναι στο πλευρό σου.

 

Και μ’ αυτό πρέπει ο καθένας ή η καθεμιά να φιλήσει το σύντροφό του. Κάνουνε και χορό, χορεύουνε το ‘Χαραλάμπη’, ‘Πώς το τρίβουν το πιπέρι’ και άλλα τραγούδια [όπως το παρακάτω]:

 

            Μια γριά ’κατό χρονώ λάχανα μαγέρευε

            Κει που τα μαγέρευε και τσουκαλοκένωνε

            Και της ήρθε μια βουλή για να πα’ να παντρευτεί.

            Δίνει μια του τσουκαλιού κι άλλη μια του τζετζεριού

            Άι φάτε, σκύλοι, λάχανα και σεις, κατσούλες, τα ζουμιά.

            Κι εγώ θα πα’ να παντρευτώ, να σπιτονοικοκυρευτώ.

 

Την Κεριακή ντύνουνται μπαρμπούτες. Φοράν οι γυναίκες αντρίκεια κι οι άντρες γυναίκες, μουτζουρώνουν τα μούτρα τους, άλλοι ντύνονται βλάχικα, άλλοι βάνουν τα ρούχα τους ανάποδα. Γυρίζουν από το ένα σπίτι στ’ άλλο, πίνουν χορεύουν και γίνουνται στουπί στο μεθύσι, που πολλούς τους πάνε τάβλα στα σπίτια τους.

Την Τετράδη και την Παρασκευή της Κρεατινής είναι πρώτη Σαρακοστή. Αυτές τις δυο μέρες δεν τρώνε ούτε λάδι, τις νηστεύουν για το Χριστό. Καμπόσοι νηστεύουνε τριήμερο. Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή, την Πέμπτη τη νηστεύουνε για την ψυχή τους. Τη Τετράδη της Αποκράς ξημερώματα τα κορίτσα βάνουν κάτω από το προσκέφαλό τους ένα μαχαίρι, ένα πιρούνι, ένα σαπούνι, ένα κλωνί στάρι και τα σταυρώνουνε και λένε:

 

            Τετράδη, Τετραδούσα, αρφανοκονομιτούσα

            Τον άντρα που θα διαμιληθώ, στον ύπνο μου να τον ιδώ

            Να του πω και να μου πει, μαντήλι να του δώσω

            Κι ένα ζευγάρι στέφανα να τον-ε στεφανώσω.

 

Άμα το κάνουν τούτο κοιμούνται και θα ιδούν όποιον είναι της τύχης τους, είτε να τους δίνει ένα μπουγέλο νερό ή ένα μπουκέτο ή δαχτυλίδι. Αυτό μπορούν να το κάνουν και όποια άλλη Τετράδη θέλουνε και βγαίνει.

Την Τυρινή βδομάδα δεν τρώνε κρέας παρά μόνο γαλατερά και κρέας. Είναι οι τελευταίες Αποκριές. Το βράδυ της Τυρινής κάνουν τραπέζι, μαζεύονται όλοι οι συγγενείς στο σπίτι, κάνουν μακαρούνια και τα κορίτσια κλέβουνε μια πιρουνιά από το πιάτο τους και τη βάνουνε κάτω από το μαξιλάρι τους και βλέπουνε όσους είναι της τύχης τους. Το πρώτο πιάτο το φαΐ που θα βγάλουνε από τον τζέτζερη μαζί με μια αγκωνιά ψωμί κι ένα μπουκάλι κρασί θα το στείλουνε σ’ ένα φτωχό σπίτι που να το ξέρουνε. Μόλις πρωτοκάτσουνε στο τραπέζι θα μαζωχτούνε ούλοι, θα κάνουνε το σταυρό τους και θα πούνε ένα τραγούδι: ‘Σ’ αυτή την τάβλα που ’ρθαμε να φάμε και να πιούμε’.

Μέσα στη μέση του τραπεζιού βάνουνε ένα πιάτο με το τυροζούμι. Αυτό είναι λίγο από το μακαρουνόζουμο που τρίβουνε μέσα λίγη μυτζήθρα και πρέπει να πιει ο καθένας από τρεις κουταλιές. Την ώρα που το πίνουνε λένε:

 

            Το τυρί, το τυροζούμι

Όποιος το πιει και δε γελάσει

            Σαρακοστή να μην τον πιάσει

Ούτε ψύλλος να μην τον-ε δαγκάσει.

 

Το πίνουνε γρήγορα-γρήγορα δίχως να γελάσουνε κι ύστερα βάνουνε όλοι μαζί τα γέλια κα-κα-κα! Έχουνε κιόλας κρεμασμένο από ψηλά ένα αυγό βρασμένο και δεμένο με μια κλωστή. Το κουνάνε λοιπόν και πολεμάνε ούλοι να το τσακώσουνε με το στόμα τους. Όποιος το τσακώσει θα το φάει. Κατόπιν το τρώνε και με τα φλύδια για να γελάνε οι άλλοι. Θα πούνε πάλι διάφορα τραγούδια, όπως το ‘Μήλο κόκκινο’ που λένε την Κρεατινή Κυριακή, και άλλα πολλά, θα χορέψουν ύστερα , θα βγάλουν φρούτα, γλυκά, γαλόπιττες, στραγάλια, μαντολάτο και ξημερώνονται στο τραπέζι.

Το πρωί της Καθαροδευτέρας θα πάνε να πάρουνε τις λαγάνες, τα λούπινα, το χαβιάρι και θα βγούνε στην εξοχή να βράσουνε κουνουπίδι, λάχανα και στρώνουνε το τραπέζι στην εξοχή χάμου στο γρασίδι και γιορτάζουνε τα μπούκλουβα. Τρώνε, πίνουν, γλεντάνε και ντύνονται πάλι οι άντρες γυναίκεια, οι παντρεμένες γυναίκες αντρίκεια και τα κορίτσια βλάχικα και στήνουνε χορό. Την ημέρα τούτη γίνεται γλέντι ακόμη μεγαλύτερο από τις Απόκριες. Παίζουνε και κάθε λογής παιχνίδια, κάνουνε δικαστήριο, κάνουν το λείψανο. Βάνουν ένα χάμου πως τάχα είναι πεθαμένος και μαζεύονται γύρω καμπόσες γυναίκες και κάνουν τάχα τις μοιρολογίστρες και τον-ε κλαίνε:

 

            Χορτιάρασε το μνήμα σου Αχ! Αχ!

            Και πάω το βοτανίσω Αχ! Αχ!

            Βοηθάτε, φίλοι και δικοί – Αχ! Αντρούλη μου

            Την αγάπη μου να δείξω.

 

Και τραβομαδιούνται σαν τις Μανιάτισσες και χτυπούνε τα κούτελά του. Στο παζάρι που κατεβαίνουνε να πουλήσουν λούπινα, κουνουπίδια ή μπρόκολα τους κάνουνε τη συφορά τους. Τους πετάνε τα λούπινα, τους πετάνε τα μπρόκολα, δεν τους αφήνουν σε ησυχία».

Περισσότερες πληροφορίες για δύο από τα τραγούδια που προαναφέρθηκαν (τον Χαραλάμπη και το Πιπέρι) μας παρέχει η ίδια η Ταρσούλη. Για τον Χαραλάμπη σημειώνει ότι «τραγουδιέται και χορεύεται κατά τις Αποκριές. Τον ρόλο του Χαραλάμπη παίζει εκείνος που σέρνει το χορό, ο οποίος πρέπει να είναι καλός χορευτής και ιδίως αστείος. Τους δυο πρώτους στίχους τους λένε όλοι μαζί χορεύοντας. Ο χορός είναι καλαματιανός, πολύ πηδηχτός και ζωηρός με μεγάλα βήματα. Από τον τρίτο στίχο και κάτω που αρχίζει ο διάλογος, ο Χαραλάμπης χωρίζεται από τους άλλους οι οποίοι σχηματίζουν ημικύκλιο γύρω του και κτυπούν τα παλαμάκια τραγουδώντας χωρίς να χορεύουν, ενώ εκείνος κάνει διάφορες δύσκολες και αστείες φιγούρες (σκέρτσα) απαντώντας συγχρόνως στο χορό. Μόλις τελειώσει ο διάλογος της στροφής, ξαναπιάνεται πάλι και αρχίζει τη βόλτα. Επειδή ο χορός είναι πολύ εύθυμος και πρέπει να χορεύεται με κέφι, γι’ αυτό τον ‘πιάνει’ όταν έχει πια ανάψει το γλέντι για καλά. Δεν χορεύεται ποτέ σε γάμους» (1159Β΄, σ. 15-6).

Για το Πιπέρι διευκρινίζει ότι «ο πρώτος στίχος εκάστης στροφής επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές. Πρώτα άδεται το πρώτο ημιστίχιο δυο φορές, έπειτα ολόκληρος ο στίχος και ύστερα πάλι ολόκληρος ο πρώτος στίχος εν συνεχεία με τον δεύτερο. Το ίδιο επαναλαμβάνεται σε κάθε στροφή. Π.χ.

 

Πώς το τρί – μωρ’ πώς το τρί – πώς το τρίβουν το πιπέρι

Πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι[5].

 

Είναι πολύ εύθυμος και αστείος χορός και χορεύεται μόνο από άνδρες και παιδιά ιδίως κατά τις Αποκριές. Εκείνος που σέρνει το χορό λέει πρώτος μόνος του τη στροφή την οποίαν κατόπιν συνοδεύει και με τη σχετική κίνηση, δηλ. πρώτα λέγεται η στροφή από τον πρώτο, κατόπιν ο πρώτος λέγοντας για δεύτερη φορά τη στροφή πρέπει συγχρόνως να εκτελέσει και τη σχετική κίνηση, π.χ. ‘Με τη μύτη τους το τρίβουν’ πρέπει να πέσει κάτω γονατιστός και να τρίψει με τη μύτη του το πάτωμα, όλοι δε οι άλλοι να τον μιμηθούν επαναλαμβάνοντας τα ίδια λόγια. Όσο προχωρεί ο χορός, τόσο οι αναφερόμενοι τρόποι του τριψίματος του πιπεριού είναι πιο αστείοι και δυσεκτέλεστοι. Π.χ. στο ‘Με την πλάτη του το τρίβουν’ πρέπει όλοι να πέσουν ανάσκελα χάμω και να τρίβουν με την πλάτη τους το χώμα, ως κατακλείς δε λέγεται το ‘Με τον κώλο τους το τρίβουν’. Εκείνος που σέρνει τον χορό πρέπει να είναι όχι μόνον αστείος, αλλά και νέος και πολύ ευλύγιστος, γιατί μόλις τελειώσει τον στίχο ‘και το ψιλοκοσκινίζουν’ πρέπει να πηδήσει αμέσως και σταθεί όρθιος, ξαναρχίζοντας τον χορό με την πρώτη στροφή και οι άλλοι να τον ακολουθήσουν. Και επειδή δεν προφθαίνουν να το κάνουν πέφτουν οι μεν επάνω στους δε και γίνονται πολλά γέλια και αναστάτωση» (1159Β΄, σ. 17-8).

Ένα αδημοσίευτο αποκριάτικο τραγούδι προέρχεται από την Παναγιώτα Καραμπίνη (18 χρονών), τότε μαθήτρια δημοτικού σχολείου, και σατιρίζει τον ψηλό άνδρα (1159Β΄, σ. 122). Το τραγούδι αποτελείται από εξασύλλαβους τροχαϊκούς στίχους και χαρακτηρίζεται από επαναλήψεις και τσάκισμα στο τέλος κάθε πρώτου στίχου («Βέργω») που σχηματίζει οκτασύλλαβους. Μια παραλλαγή του τραγουδιού από το Άργος, μαζί με το τσάκισμα, είχε ήδη δημοσιευθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα (1913) με την εξής σημείωση ως προς τη μορφολογία του: «Κατά δε το τραγούδι εις την παραλήγουσαν εκάστου ημιστιχίου παρεμβάλλεται συλλαβή, σχηματιζομένη εκ του ν και του φωνήεντος της προτελευταίας συλλαβής, οίον: Βέργω μ’ μην τον ζηλε(νέ)βεις – τον ά(να)ντρα – και τον ακαμά(να)τη κτλ.»[6]:

 

            Μην τον-ε ζηλεύεις, Βέργω, μην τον-ε ζηλεύεις

            Τον ψηλό τον άντρα.

            Τον ψηλό τον άντρα, Βέργω, τον ψηλό τον άντρα

            Και τον κατσαρόν-ε

            Πόσπερνε το χρόνο, Βέργω μ’, πόσπερνε το χρόνο

            Ένα τάσι στάρι

            Κι έκλαιε και δερνόταν, Βέργω μ’, κι έκλαιε και δερνόταν

            Ποιος θα το θερίσει

            Ποιος θα το θερίσει, Βέργω μ’, ποιος θα το θερίσει

            Ποιος θα τ’ αλωνίσει.

            ’Γω θα το θερίσω, Βέργω μ’, ’γω θα το θερίσω

            ’Γω θα τ’ αλωνίσω.

 

Πόσα άραγε από τα παραπάνω έθιμα και τραγούδια επιβιώνουν στη σημερινή Κορώνη ή στην ευρύτερη περιοχή; Μια πρόσφατη λαογραφική αποστολή δεν έδωσε πολύ ενθαρρυντικά στοιχεία, καθώς η μεν νεότερη γενιά έχει γυρίσει την πλάτη στη λαϊκή παράδοση περιοριζόμενη στη διοργάνωση ενός τυποποιημένου καρναβαλιού (με οχήματα, μασκαράδες και σάτιρα πολιτικών προσώπων και γεγονότων), η δε παλιότερη εμφανίζεται κουρασμένη και απογοητευμένη με αυτή την κατάσταση και τη γενικότερη εξέλιξη των πραγμάτων. Πρέπει πάντως να αναφέρουμε κάποιες προσπάθειες για αναβίωση παλιών εθίμων που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια από τοπικούς συλλόγους. Εντούτοις, τα στοιχεία που συνέθεταν τους παλαιότερους εορτασμούς (κοινοτικό πνεύμα, οικογενειακοί δεσμοί, τελετουργική ατμόσφαιρα) φαίνεται πως έχουν περάσει ανεπιστρεπτί… 

 

 

[1] Γ. Α. Μέγας, «Εκθέσεις των υπό του Λαογραφικού Αρχείου πεπραγμένων κατά την τελευταίαν τριετίαν», Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, έτος Α’ (1939), σ. 156, 160-1, 164-65.

[2] Ι. Πλεμμένος (επιμ.), Λαογραφικά σύμμεικτα της Κορώνης Μεσσηνίας από τις συλλογές  της Γεωργίας Ταρσούλη (1938-1939), Πηγές του Λαϊκού Πολιτισμού 6, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, 1911, σ. 31-35.

[3] Δ. Λουκάτος, «Νεκρολογίες: Γεωργία Ταρσούλη», Λαογραφία, τ. 34 (1985-86), σ. 327.

[4] Για τα Αποκριάτικα έθιμα της περιοχής, βλ. Παναγ. Κουτσούκου, Ιστορία, παραδόσεις και θρύλοι της Κορώνης και των πέριξ, Αθήνα: Λιβάνης, 2010, σ. 87.

[5] Ας σημειωθεί ότι το τραγούδι μαρτυρείται από τον 19ο αιώνα, όπως στην έκδοση του Π. Αραβαντινού, Συλλογή δημωδών ασμάτων της Ηπείρου, Αθήνα 1880, σ. 241.

[6] Βλ. Π. Σεφερλή, «Τραγούδια της Αιγίνης, του Άργους και άλλων τόπων», Λαογραφία, τ. Δ’ (1913), σ. 133.