Η πρώτη απορία αφορά την παρουσία του βρέφους σε μια τελετή που αφορούσε αποκλειστικά τη μητέρα. Αυτό λέγεται σαφώς στο σχετικό βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης (Λευιτικό 12), το οποίο δεν κάνει καθόλου λόγο για το βρέφος, έστω και αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί έμμεσα «ακάθαρτο» (καθώς ακουμπά την «ακάθαρτη» λεχώνα μητέρα του). Στην εβραϊκή παράδοση, οποιαδήποτε σχέση των ανθρώπων (ανδρών ή γυναικών) με εκκρίσεις, τους καθιστούσε «ακάθαρτους» και υπόχρεους καθαρισμού. Αυτό ίσχυε πρωτίστως για τις γυναίκες (λόγω έμμηνης ρύσης ή λοχείας), οι οποίες έπρεπε να μεταβούν στο Ναό προσφέροντας ένα καθαρό αρνάκι και δυο περιστέρια ή τρυγόνια (ή μόνο τα τελευταία αν δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα).
Στην περίπτωση όμως του μικρού Ιησού, η παρουσία του μαζί με τη λεχώνα μητέρα του δεν ήταν μόνο περιττή αλλά ίσως και απαγορευτική, δεδομένου ότι ως πρωτότοκος είχε ήδη υποστεί την τελετή της περιτομής, που γίνεται την όγδοη μέρα μετά τη γέννηση, στην οποία όλα τα πρωτότοκα αγόρια «εξαγνίζονταν» (στην κυριολεξία «εξαγοράζονταν» ή «ανταλλάσσονταν») αντί προσφοράς περιστεριών και τρυγονιών. Τούτο οφείλεται στο ότι, στην παλιότερη εβραϊκή κοινωνία, τα πρωτότοκα αγόρια είχαν προνομιακή μεταχείριση και κληρονομούσαν το μεγαλύτερο μέρος της πατρικής περιουσίας. Η δε ιδιότητα του Ιησού ως πρωτότοκου σημειώνεται με σαφήνεια τόσο στο ίδιο το ευαγγέλιο του Λουκά (2, 7) όσο και σε αυτό του Ματθαίου (1, 25).
Ένα άλλο θέμα που προκύπτει από την περιγραφή της περιτομής του Ιησού (και που επίσης απαντά μόνο στο ευαγγέλιο του Λουκά) είναι η ονοματοδοσία. Σύμφωνα με το κείμενο του Λουκά, το όνομα Ιησούς δόθηκε στο μικρό βρέφος κατά τη διάρκεια της περιτομής του (το ίδιο συνέβη και στην ονοματοδοσία του Ιωάννη του Προδρόμου, που διηγείται ο ίδιος ευαγγελιστής). Αν και η συνήθεια αυτή απαντά σήμερα στις εβραϊκές κοινότητες, θεωρείται νεότερη εξέλιξη, δεδομένου ότι στη Βίβλο και σε άλλες προχριστιανικές πηγές, το όνομα δίνεται αμέσως μετά τη γέννηση από τον πατέρα. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν ο Αβραάμ δίνει πρώτα το όνομα Ισαάκ στο γιο που απέκτησε από τη Σάρρα, πριν προχωρήσει στην περιτομή του (Γένεση 21, 3-4).
Ας επιστρέψουμε όμως στα της Υπαπαντής. Εντύπωση προκαλεί η παρουσία στο Ναό του γηραιού Συμεών, που δεν κατέχει κάποια επίσημη θέση στο ιερατείο αλλά περιγράφεται απλώς ως «δίκαιος και ευλαβής» άνθρωπος. Σύμφωνα όμως με το εβραϊκό τελετουργικό, μόνο οι ιερείς (Λευίτες) μπορούσαν να εισέλθουν στον κυρίως ναό και να προσφέρουν θυσίες. Στις γυναίκες επιτρεπόταν να μπουν στην Αυλή των Γυναικών για να αποδώσουν λατρεία και να καθαριστούν. Αλλά και οι άντρες που ήταν τελετουργικά καθαροί μπορούσαν μόνο να μπουν στην Αυλή του Ισραήλ. Οι ιερείς έμπαιναν στην Αυλή των Ιερέων, που αντιστοιχούσε στη σκηνή του μαρτυρίου και όπου υπήρχε το θυσιαστήριο, στο οποίο έφταναν ανεβαίνοντας ένα επικλινές επίπεδο.
Επομένως η συνάντηση της οικογένειας του Ιησού με τον Συμεών πρέπει να έγινε στον περίβολο του ναού, όπου υπήρχαν διάφορες στοές και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί μέρος της τελετής του καθαρισμού της Παναγίας. Αυτό αποδεικνύεται και από την παρουσία ενός ακόμα προσώπου, της ηλικιωμένης Άννας, που περιγράφεται στο ευαγγέλιο του Λουκά ως μακροχρόνια χήρα αλλά και «προφήτιδα». Η Άννα φέρεται επίσης να συχνάζει «στο ιερό», κάτι που ίσως σημαίνει ότι ανήκε στις γυναίκες που υπηρετούσαν το ναό σε βοηθητικές εργασίες εξωτερικού χώρου (καθαριότητα, επιδιόρθωση κλπ.). Τόσο ο Συμεών όσο και η Άννα εμφανίζονται να προφητεύουν τη μελλοντική πορεία του Ιησού, αν και δεν μας δίνονται τα λόγια της τελευταίας.
Αυτό όμως που έχει δημιουργήσει προβληματισμό είναι η σχέση του περιστατικού της Υπαπαντής με αυτό των Εισοδίων της Θεοτόκου (που γιορτάζεται στις 21 Νοεμβρίου). Σύμφωνα με τη σχετική διήγηση, που παραδίδεται μόνο στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (αδελφού του Ιησού), η τρίχρονη Μαριάμ (δηλ. η μελλοντική Παναγία) παραδίδεται από τους γονείς της (Ιωακείμ και Άννα) στο Ναό του Σολομώντα, ως εκπλήρωση ενός «τάματος» της μητέρας της (που δεν μπορούσε να συλλάβει), να αφιερώσει το παιδί που θα γεννήσει στο θεό. Η μικρή Μαριάμ θα παραμείνει στο ναό μέχρι τα δώδεκα χρόνια της, όταν και θα απομακρυνθεί υποχρεωτικά (και σχετικά βίαια) από τους ιερείς, για λόγους σωματικής ανάπτυξης!
Όπως είπαμε και στην περίπτωση της Υπαπαντής, η παρουσία της μικρής Παναγίας στο ναό μπορεί να ερμηνευθεί ως ένταξή της στο βοηθητικό προσωπικό (καθώς η είσοδος στα Άγια των Αγίων απαγορευόταν αυστηρά σε όλους). Αυτό όμως που έχει ενδιαφέρον είναι η συνέχεια των γεγονότων. Σύμφωνα λοιπόν με το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, μόλις η μικρή Παναγία έφυγε από το ιερό, παραδόθηκε από τους γονείς της στον ηλικιωμένο Ιωσήφ (που είχε ήδη παιδιά από άλλο γάμο) για να την προστατεύει. Όσο ο Ιωσήφ απουσιάζει για δουλειές, η έφηβη πια Παναγία συλλαμβάνει τον Ιησού (μετά από θεϊκή παρέμβαση) και μετά από αλυσιδωτές παρεξηγήσεις και εκατέρωθεν εξηγήσεις, φέρνει στον κόσμο το μελλοντικό Μεσσία.
Μα αν η νεαρή Παναγία είχε πρόσφατα φύγει από το Ναό του Σολομώντα, πώς εμφανίζεται σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού ως νεοφερμένη και άγνωστη στο Συμεών και την προφήτιδα Άννα (η οποία σύχναζε επί χρόνια στο ιερό); Λογικά θα έπρεπε να τη γνώριζαν καλά από τη δεκαετή παραμονή της. Γι’ αυτό και στη διήγηση των Εισοδίων, ο Συμεών μετατρέπεται σε ιερέα του ναού (που διαδέχεται τον Ζαχαρία, πατέρα του Προδρόμου, τον οποίον έχει δολοφονήσει ο Ηρώδης!). Τελειώνοντας ας σημειωθεί ότι η υπόδειξη των παραπάνω ασαφειών δεν αποσκοπεί στη δημιουργία αμφιβολιών στους αναγνώστες, αλλά στην τόνωση του ενδιαφέροντος και την πρόσκληση για μια πιο προσεκτική προσέγγιση και κατανόηση των πηγών.
Χρόνια πολλά!
