Πρόθεση αυτού του κειμένου δεν είναι τόσο η ανίχνευση της ιστορικότητας του γεγονότος (πολλώ δε μάλλον η θεολογική του σημασία) αλλά η εξέτασή του στο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής με σκοπό την πληρέστερη κατανόησή του. Αυτό που πρέπει να τονιστεί εξ αρχής είναι ότι τέτοιες ιστορίες ουράνιας ανόδου ήταν αρκετά συνηθισμένες την εποχή του Ιησού (στην ελληνιστική, Ρωμαϊκή και Ιουδαϊκή παράδοση) και δήλωναν την αποθέωση ενός σημαντικού προσώπου, όπως ενός μεγάλου ήρωα, ενός προφήτη ή κάποιου αυτοκράτορα, ως αποτέλεσμα της θεϊκής επιδοκιμασίας για τη βιωτή του. Η βασική διαφορά βέβαια με την περίπτωση του Ιησού είναι ότι ο ίδιος δεν ανεβαίνει στον ουρανό για να δικαιωθεί για τις πράξεις του (όπως συμβαίνει στην περίπτωση ηρώων και σπουδαίων προσώπων) αλλά «επιστρέφει» στον πατέρα του (το Θεό), από τον οποίον είχε αποσταλεί στη γη για να επαναφέρει τον άνθρωπο στο δρόμο της αρετής.
Μια σύντομη περιδιάβαση στη βιβλική παράδοση θα μας δείξει πώς ένα τέτοιο γεγονός ουράνιας ανόδου δεν ξένιζε τους ακροατές ή αναγνώστες της εποχής, όπως θα συνέβαινε σήμερα. Πρώτο παράδειγμα, ο περίφημος Μωυσής (15ος π. Χ. αιώνας), ο οποίος φέρεται ότι μεταφέρθηκε στον ουρανό από τον αρχάγγελο Μιχαήλ μετά από μια διαμάχη που είχε ο τελευταίος με τον Διάβολο για το ποιος θα πάρει το σώμα μαζί του! Το περιστατικό περιγράφεται στην Επιστολή του Ιούδα (όχι του απεχθούς προδότη!), που είναι ένα από τα κανονικά βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ο Μωυσής είναι αυτός που κατάφερε να ελευθερώσει τους ομοεθνείς του από την Αιγυπτιακή αιχμαλωσία και να τους οδηγήσει προς τη Γη της Επαγγελίας, επομένως η ανάληψή του θεωρείται ως επιβράβευση των αγώνων του. Σύμφωνα με τη Βίβλο, ο Μωυσής πέθανε σε ηλικία 120 ετών και θάφτηκε σε μια κοιλάδα του Μωάβ, αλλά η ακριβής τοποθεσία του αγνοείται μέχρι σήμερα.
Αλλά και ο προφήτης Ηλίας (9ος π.Χ. αιώνας) φέρεται ότι αναλήφθηκε στον ουρανό με ένα πύρινο άρμα ενώπιον του μαθητή του Ελισαίου, τον οποίον είχε αφήσει ως συνεχιστή του. Ο προφήτης Ηλίας έζησε επί βασιλείας Αχαάβ, ο οποίος επιχείρησε να ανατρέψει την πατρογονική θρησκεία των Εβραίων επαναφέροντας την ειδωλολατρία, και σε αυτόν αποδίδονται αρκετά θαύματα, όπως ότι κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό, ότι εμπόδισε τον ουρανό να βρέξει για τριάμισι χρόνια και ότι ανέστησε το γιο μιας χήρας. Όπως και ο Μωυσής στο όρος Σινά, αξιώθηκε να αντικρύσει το Θεό στο όρος Χωρήβ. Επίσης στη Μεταμόρφωση του Ιησού στο όρος Θαβώρ, εμφανίστηκε μαζί με το Μωυσή ενώπιον τριών μαθητών. Από την άλλη, ο απόστολος Παύλος (στην προς Εβραίους Επιστολή του) υποστήριζε ότι ο προφήτης Ηλίας δεν ανελήφθη στον ουρανό, αλλά ζει κρυμμένος στη γη περιμένοντας τη Δευτέρα Παρουσία για να επανεμφανιστεί!
Ιστορίες ουράνιας ανόδου ήταν όμως γνωστές και στην ελληνική μυθολογία, με τρανότερο το παράδειγμα του διάσημου Ηρακλή. Όλα ξεκίνησαν όταν η σύζυγός του Δηιάνειρα του έδωσε να φορέσει ένα χιτώνα, τον οποίον είχε πρώτα βουτήξει μέσα στο αίμα του νεκρού Κένταυρου Νέσσου, για να ξανακερδίσει την αγάπη του. Ο χιτώνας ήταν όμως δηλητηριασμένος, με αποτέλεσμα ο ήρωας να παρανοήσει από τους φρικτούς πόνους και να ζητήσει να τον κάψουν πάνω στην κορυφή του βουνού Οίτη, το οποίο από τότε ονομάζεται Πυρά. Σύμφωνα με μια παράδοση, ένα σύννεφο κατέβηκε τότε και έσβησε τη φωτιά, ενώ τον Ηρακλή παρέλαβε η Αθηνά με το άρμα της (πάλι εδώ το άρμα!) και τον ανέβασε στον Όλυμπο, όπου νυμφεύτηκε την Ήβη, θεά της νεότητας και υιοθετήθηκε από την Ήρα. Το θέμα της αποθέωσης του Ηρακλή ενέπνευσε και τους ζωγράφους της αρχαιότητας, οι οποίοι τον απεικόνισαν σε πολλά αγγεία που σώζονται μέχρι σήμερα σε μουσεία.
Αλλά και στη Ρωμαϊκή μυθολογία, αναφέρεται ότι ο Ρωμύλος, ο θρυλικός ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς της Ρώμης, οδηγήθηκε στον ουρανό μέσα σε ένα σύννεφο. Μετά από 37 χρόνια βασιλείας, ο Ρωμύλος εξαφανίστηκε μέσα σε έναν ανεμοστρόβιλο κατά τη διάρκεια μιας σφοδρής καταιγίδας, καθώς επιθεωρούσε τα στρατεύματά του στο Πεδίον του Άρεως (Campus Martius). Οι διαδόσεις έλεγαν ότι είτε δολοφονήθηκε από τους συγκλητικούς, που τον διαμέλισαν, είτε ότι ανυψώθηκε στον ουρανό από τον Άρη, θεό του πολέμου. Την τελευταία εκδοχή δεχόταν ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος, καθώς αυτή επέτρεπε στους Ρωμαίους να συνεχίζουν την επεκτατική τους πολιτική, διαδίδοντας ότι οι θεοί είναι με το μέρος τους, αφού ο γενάρχης τους έχει ήδη αποθεωθεί. Ας σημειωθεί ότι για τον Ρωμύλο (όπως και για τον αδερφό του Ρέμο) πίστευαν ότι είχε θεϊκή καταγωγή ως γιος της αιώνιας παρθένου Ρέας Σύλβιας και του θεού Άρη.
Φτάνοντας στην εποχή του Ιησού, η πιο γνωστή αποθέωση συνδέεται με τον πρώτο Ρωμαίο αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο (63 π.Χ. – 14 μ.Χ.), ο οποίος αναφέρεται και στο ευαγγέλιο του Λουκά. Ας σημειωθεί ότι όταν ο θετός πατέρας του Ιούλιος Καίσαρας πέθανε, η Σύγκλητος τον θεοποίησε, με αποτέλεσμα ο Οκταβιανός να προσθέσει τον τίτλο «θεού υιός» (divi filius) στο όνομά του. Στη συνέχεια αυτοανακηρύχτηκε αυτοκράτωρ (Imperator), μέγιστος ιερέας (pontifex maximus) και ύπατος (consul). Λέγεται ότι την άνοδό του στον ουρανό παρακολούθησαν οι γερουσιαστές, ενώ η Σύγκλητος του απέδωσε τη θεϊκή ιδιότητα και όρισε τη λατρεία του. Προς τιμήν του, ο έκτος μήνας του Ρωμαϊκού ημερολογίου (που άρχιζε από το Μάρτιο) πήρε το όνομά του (Αύγουστος). Ο Οκταβιανός συνέγραψε και την αυτοβιογραφία του με τον φανταχτερό τίτλο «Πράξεις τε και δωρεαί Σεβαστού θεού» (Res Gestae Divi Augusti) που σώζεται σήμερα.
Στο ευαγγέλιο του Μάρκου, που θεωρείται το παλιότερο, ο αναστημένος Ιησούς, αφού ζήτησε από τους μαθητές του να κηρύξουν το ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Θεού» (16, 19). Εκτός της σύντομης περιγραφής, που δεν διευκρινίζει αν η ανάληψη έγινε αντιληπτή από τους μαθητές, αυτό που έχει προβληματίσει τους μελετητές είναι ότι οι στίχοι 9-20 του ίδιου κεφαλαίου (που περιλαμβάνουν την ανάληψη) δεν απαντούν στα παλιότερα χειρόγραφα (τα οποία κλείνουν με την Ανάσταση του Χριστού και τις μαθήτριες που φεύγουν τρομαγμένες από το άδειο μνήμα). Γι’ αυτό και στο ευαγγέλιο του Ματθαίου, η αφήγηση τελειώνει με τον Ιησού να δίνει εντολή στους μαθητές του μα κηρύξουν και να βαπτίσουν όλα τα έθνη, υποσχόμενος ότι παραμείνει μαζί τους μέχρι τη συντέλεια του κόσμου.
Έπρεπε να περιμένουμε έως το ευαγγέλιο του Λουκά (που τοποθετείται γύρω στο 90 μ.Χ.) για να βρούμε τον Ιησού να οδηγεί τους μαθητές του έξω από την Ιερουσαλήμ, στο Όρος των Ελαιών, όπου «καθώς τους ευλογούσε, αποχωρίστηκε από αυτούς και άρχισε να ανεβαίνει στον ουρανό» (24, 51). Περισσότερες λεπτομέρειες βρίσκουμε στις Πράξεις των Αποστόλων (1, 9-11), ένα λίγο μεταγενέστερο έργο που αποδίδεται στον ίδιο συγγραφέα, όπου ο Ιησούς, αφού ζητά από τους μαθητές να παραμείνουν στην Ιερουσαλήμ περιμένοντας την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, απομακρύνεται από αυτούς και ένα φωτεινό σύννεφο τον κρύβει από τα μάτια τους, ενώ δυο άντρες με λευκά ρούχα (προφανώς άγγελοι) εμφανίζονται λέγοντας ότι θα επιστρέψει «με τον ίδιο τρόπο που τον είδατε να ανεβαίνει στον ουρανό». Είναι πλέον φανερό πώς το περιστατικό «εμπλουτίζεται» με περισσότερες λεπτομέρειες που έχουν περισσότερο θεολογικό (και όχι τόσο ιστορικό) χαρακτήρα.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η απουσία του καθαυτό περιστατικού από το ευαγγέλιο του Ιωάννη, που θεωρείται το πιο θεολογικό απ’ όλα. Αντ’ αυτού ο συγγραφέας υπαινίσσεται την ανάληψη μέσα από το περιστατικό της συνάντησης του Ιησού με τη Μαρία Μαγδαληνή μετά την ανάστασή του, στο οποίο της λέει όταν αυτή τον πλησιάζει: «Μη με ακουμπάς, διότι δεν έχω ακόμα ανέβει στον πατέρα μου» (20, 17). Το περιστατικό έχει προβληματίσει τους σχολιαστές, που αναρωτιούνται γιατί απαγορεύτηκε στη Μαρία να αγγίξει τον αναστημένο Χριστό, όπως έκανε αργότερα ο άπιστος Θωμάς. Υπαινιγμοί επίσης θεωρούνται και άλλες δυο φράσεις του Ιησού στους μαθητές πριν την σταύρωσή του: στην πρώτη τους δηλώνει ότι «Κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά αυτός που κατέβηκε απ’ τον ουρανό, ο υιός του ανθρώπου» (3, 13 )· στη δεύτερη αναρωτιέται τι θα έκαναν αν έβλεπαν «τον υιό του ανθρώπου να ανεβαίνει εκεί που ήταν πριν» (6, 62).
Δεν πρέπει να παραληφθεί και μια αναφορά από την Α’ Επιστολή προς Τιμόθεον, που αποδίδεται στον Απόστολο Παύλο αλλά θεωρείται αρκετά μεταγενέστερη από τους σύγχρονους μελετητές: «Ο Θεός φανερώθηκε με τη σάρκα […] κηρύχτηκε στα έθνη, πιστεύτηκε από τον κόσμο, ανελήφθη με δόξα» (3, 16). Όπως και να έχει πάντως, η ανάληψη δεν έπαψε να θεωρείται ως κομβικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας ήδη από τους πρώτους αιώνες, όπως προκύπτει και από τη μορφή που πήρε ο θάνατος της μητέρας του, της Παναγίας, που εξελίχτηκε από Κοίμηση σε Μετάσταση της Θεοτόκου (15 Αυγούστου), δηλ. στη θαυματουργή μεταφορά του σώματός της στους ουρανούς, τρεις μέρες μετά τον ενταφιασμό της. Τι κι αν αυτά πάλι δεν αναφέρονται στα ευαγγέλια (εκτός από κάποια απόκρυφα κείμενα του 5ου και 6ου αιώνα) – δεν θα πάψουν να μαγεύουν τους ανθρώπους δίνοντάς τους ελπίδα για μια άνοδο από τα πιο πεζά και γήινα στα πιο υπέροχα και ουράνια!
Χρόνια πολλά!
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004