Κυριακή, 28 Ιουνίου 2026 18:12

Το “αντάρτικο Χρυσομάλλη” δεν είναι παρά το καθολικό αίτημα Δήμων και εργαζόμενων για την κατάργηση του λεγόμενου “νόμου Βορίδη”

Το “αντάρτικο Χρυσομάλλη” δεν είναι παρά το καθολικό αίτημα Δήμων και εργαζόμενων για την κατάργηση του λεγόμενου “νόμου Βορίδη”

Ως “αντάρτικο” χαρακτηρίστηκε από μερίδα του Τύπου στην Αθήνα η τροπολογία που κατέθεσε ο βουλευτής Μεσσηνίας της Νέας Δημοκρατίας, Μίλτος Χρυσομάλλης, για την κατάργηση του λεγόμενου “νόμου Βορίδη. Μάλιστα, στα δημοσιεύματα γράφτηκε ότι πρόκειται για “σαμαρικό” βουλευτή. Είναι η διάταξη που υποχρεώνει τους Δήμους να φτάσουν μέχρι και στον Άρειο Πάγο προκειμένου να ανατρέψουν δικαστικές αποφάσεις που δικαιώνουν εργαζόμενους στην αυτοδιοίκηση, οι οποίοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και ζητούν τη μονιμοποίησή τους. Είναι όμως “αντάρτικο” να ζητάει ο βουλευτής την ικανοποίησή του καθολικού αιτήματος της αυτοδιοίκησης και των εργαζομένων; Σημειώνεται ότι και στο Δημοτικό Συμβούλιο Καλαμάτας, όταν συζητήθηκε ο νέος Κώδικας Αυτοδιοίκησης, από την αντιπολίτευση βασικό αίτημα ήταν η κατάργηση της διάταξης Βορίδης, κάτι που ο δήμαρχος και πρόεδρος της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Πελοποννήσου, Θανάσης Βασιλόπουλος, επισήμανε πως αυτό αποτελεί αίτημα συνολικά της αυτοδιοίκησης και πως σχετικά ψηφίσματα έχουν ληφθεί και από το Δημοτικό Συμβούλιο Καλαμάτας και από την Περιφερειακή Ένωση Δήμων Πελοποννήσου και από την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας. 

 

Ο Μίλτος Χρυσομάλλης, συγκεκριμένα, κατά τη συζήτηση του νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης στη Βουλή, ο οποίος ψηφίστηκε, έθεσε ζήτημα αντισυνταγματικότητας, γιατί ο Κώδικας κατηγοριοποιεί τους εργαζομένους και ακυρώνει τη διάταξη Βορίδη μόνο για τους συμβασιούχους που έχουν συμπληρώσει 24μηνη απασχόληση από 1.1.2023 και απασχολούνται σε κοινωνικές, τεχνικές, πολιτιστικές και ανταποδοτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες πρασίνου και αθλητισμού. Δυστυχώς, η τροποπολογία του Μίλτου Χρυσομάλλη δεν βρήκε ανταπόκριση σε άλλους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας.

Στην τροπολογία του ο Μίλτος Χρυσομάλλης μιλούσε για «αδικαιολόγητη διάκριση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί» και αντίκειται στις προβλέψεις του Συντάγματος, με “το αποτέλεσμα είναι να καταλήγουμε σε μια κατάσταση, στην οποία προσωπικό με τα ίδια προσόντα και τις ίδιες συνθήκες πρόσληψης και εργασίας να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τον νόμο, με μόνο κριτήριο την υπηρεσία που εργάζεται, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ειδικοί ή άλλοι εμπεριστατωμένοι λόγοι που να δικαιολογούν τη διάκριση αυτή, ή παράλληλα προσωπικό υψηλών τυπικών προσόντων να μην μπορεί να ωφεληθεί από τη διάταξη αυτή, μόνο και μόνο λόγω της υπηρεσίας που βρίσκεται». Πρόσθεσε ότι «αυτή η συνθήκη αντίκειται στο Σύνταγμα και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ειδικά από τη στιγμή που δεν προκαλεί επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού».

Στ.Μ.