Η έμφυλη βία, όμως, έχει συγκεκριμένο υπόβαθρο. Την αξίωση ελέγχου πάνω στη ζωή μιας γυναίκας, την άρνηση του δικαιώματός της να επιλέγει, να απομακρύνεται, να έχει οικονομική αυτονομία, να λέει όχι. Και κατά κανόνα ακολουθεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: από τον έλεγχο και την απειλή στην κακοποίηση και, στην ακραία του κατάληξη, στη γυναικοκτονία.
Αυτό το επαναλαμβανόμενο –βαθιά πατριαρχικό– μοτίβο είναι που αρνείται να δει η κυβέρνηση όταν επιμένει να αντιμετωπίζει κάθε γυναικοκτονία απλώς ως ένα ακόμη «έγκλημα κατά της ζωής».
Και γι’ αυτό η αναγνώριση της γυναικοκτονίας έχει σημασία. Κατονομάζει όχι μόνο το έγκλημα, αλλά και τη βία που προηγείται. Κατονομάζει ένα φαινόμενο.
Και επιτέλους ας σταματήσουμε να μεταφέρουμε όλο το βάρος στις γυναίκες. Να καταγγείλουν. Να φύγουν. Να προστατευτούν. Γιατί η βία δεν τελειώνει αναγκαστικά με τον χωρισμό. Μπορεί να συνεχιστεί και να κλιμακωθεί ακριβώς όταν μια γυναίκα αποφασίζει να φύγει.
Η ευθύνη της προστασίας ανήκει στο κράτος. Στην αστυνομία και σε κοινωνικές υπηρεσίες που πρέπει να αναγνωρίζουν έγκαιρα τον κίνδυνο. Στην άμεση προστασία όταν υπάρχουν απειλές. Στον πραγματικό έλεγχο της τήρησης των περιοριστικών μέτρων.
Χρειάζονται δημόσιες δομές, ασφαλής στέγη, δωρεάν νομική και ψυχοκοινωνική στήριξη. Χρειάζονται όμως και οι υλικοί όροι — εισόδημα και εργασία — που δίνουν σε μια γυναίκα τη δυνατότητα να ζήσει ανεξάρτητα.
Και όταν το κράτος γνωρίζει ότι μια γυναίκα κινδυνεύει, δεν μπορεί να είναι θεατής. Όταν αποτυγχάνει να την προστατεύσει, πρέπει να λογοδοτεί.
Γιατί η ζωή καμιάς γυναίκας δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν ο δράστης θα αστοχήσει».
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004