ECO BAT
Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2026 00:11

Δημοτικά και λαϊκά τραγούδια για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο από τη συλλογή του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών

Δημοτικά και λαϊκά τραγούδια για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο από τη συλλογή του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών

Του Γιάννη Πλεμμένου

Διευθυντή Ερευνών στο Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών

Στο κείμενο αυτό θα παρουσιάσουμε κάποια τραγούδια που αναφέρονται στον Πόλεμο του 1940 και προέρχονται από το πλούσιο Λαογραφικό Αρχείο (νυν Κέντρο Λαογραφίας) της Ακαδημίας Αθηνών. Τα τραγούδια αυτά ηχογραφήθηκαν σε διάφορα μέρη της χώρας με μπομπινόφωνο, επομένως έχουν μεγάλη ιστορική αξία. Τα περισσότερα είναι καθιστικά (στο ύφος των κλέφτικων), όπως ταιριάζει στην περιγραφή των νεκρών πολεμιστών, ενώ άλλα είναι χορευτικά (συνήθως τσάμικα), όταν η αφήγηση παίρνει πιο πατριωτικό τόνο. Κάποια από τα τραγούδια που θα εξεταστούν περιγράφουν τη συμμετοχή του φυσικού κόσμου στα πολεμικά γεγονότα («Εσείς, βουνά της Κορυτσάς») και την απήχησή τους στους άμαχους μέσω της αναγγελίας των πτηνών («Τι έχεις, καημένε κόρακα»).

 

Στις ηχογραφήσεις που εξετάζονται εδώ συγκαταλέγονται και δύο τραγούδια που συντέθηκαν από επώνυμους καλλιτέχνες, όπως τον Γ. Παπασιδέρη (1947) και τον Μάρκο Βαμβακάρη. Η συνύπαρξη αυτών των τραγουδιών μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τη «συνάντηση» του (ανώνυμου) «δημοτικού» με το (επώνυμο) «λαϊκό» τραγούδι, που, όπως θα δούμε, υπήρξε αρκετά παραγωγική. Ας σημειωθεί ότι ακόμα και τα λαϊκά τραγούδια είναι συχνά «εμπλουτισμένα» με τοπικές παραλλαγές. Τα τραγούδια καλύπτουν μεγάλο μέρος του ηπειρωτικού και νησιωτικού χώρου: από τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία έως την Εύβοια, τη Σκύρο, τη Λευκάδα  και την Πελοπόννησο.

Αρχίζουμε με το τραγούδι του λαβωμένου πολεμιστή που κείτεται στα Αλβανικά βουνά. Το μοτίβο αυτό απαντά για πρώτη φορά σε ένα κλέφτικο τραγούδι («Κείτεται ο Πλιάσκας, κείτεται / στην έρημη τη βρύση…»), που εκδόθηκε το 1824 από το Γάλλο Κλωντ Φωριέλ. Στο τραγούδι αυτό, κεντρικό πρόσωπο είναι ο κλέφτης Πλιάσκας, που έδρασε στον Όλυμπο. Μια παραλλαγή του καταγράφηκε και στο Μανιάκι το 1938 από τη σπουδαία Μεσσήνια λαογράφο Μαγδαληνή Τσάκωνα. Το ίδιο μοτίβο χρησιμοποιήθηκε για τις τελευταίες στιγμές του Παπαφλέσσα μετά τη μάχη στο Μανιάκι («Κείτεται ο Φλέσσας, κείτεται στο κάτου Κοντογόνι / μαύρα πουλιά τον τρογυράν κι άσπρα τον παραστέκουν…»).

Στο τραγούδι του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, οι παλιότεροι ήρωες (Πλιάσκας, Παπαφλέσσας) αντικαθίστανται από το Γιάννη (αγνώστων λοιπών στοιχείων). Ο Γιάννης δεν έχει ακόμα ξεψυχήσει, καθώς βρίσκει τη δύναμη να μιλήσει στα πουλιά που περνούν δίπλα του. Εδώ ο γεωγραφικός χώρος δεν είναι ο πλάτανος ή βρύση αλλά τα βουνά της Αλβανίας, που ήταν το θέατρο του πολέμου. Κατά τ’ άλλα, ο λαβωμένος ήρωας κουβεντιάζει με τα πουλιά και τα χελιδόνια, από τα οποία όμως δεν ζητά να του φέρουν νερό για να δροσιστεί, αλλά τα ρωτά (σαν να απευθύνεται σε γιατρό!) για την εξέλιξη του τραύματός του. Αν στο τραγούδι του Πλιάσκα τα πουλιά προτρέπουν τον ήρωα να ανέβει στον Όλυμπο, σε αυτό του ’40 προτρέπουν τον Γιάννη να ειδοποιήσει άμεσα τους δικούς του:

 

 

Κείτεται ο Γιάννης, κείτεται μέσα στην Αλβανία

Με τα πουλιά κουβέντιαζε και με τα χελιδόνια

-Τάχα, πουλιά μ’, θα γιάνω γω, θα γιάνω δε θα γιάνω;

-Δεν ξέρουμε το τραύμα σου, πού σ’ έχουν πληγωμένο.

Αν σ’ έχουνε στο κόκκαλο, ελπίζουμε να γιάνει,

Αν σ’ έχουν, Γιάννη, στην καρδιά, Γιάννη μου, θα πεθάνεις

Γράψε, Γιάννη μ’, στη μάνα σου, γράψε και στα παιδιά σου,

Πες τους να μη σε καρτερούν.

 

Το παραπάνω τραγούδι, που ηχογραφήθηκε το 1959 στο Νεοχώριο Χαλκιδικής, είναι ένα καθιστικό τραγούδι με αρκετά τσακίσματα (όπως την επανάληψη του ονόματος του Γιάννη) και μια επωδό στο τέλος κάθε στροφής. Άλλη παραλλαγή ηχογραφήθηκε λίγο αργότερα (1963) στην περιοχή των Σερρών από τον αξέχαστο Γιώργο Αικατερινίδη. Το τραγούδι φαίνεται να είχε διάρκεια, καθώς ηχογραφείται το 1980 στην περιοχή της Θεσσαλονίκης από το λαογράφο Λευτέρη Αλεξάκη, σε διαφορετική μελωδία και χωρίς επωδό. Στην παραλλαγή αυτή, ο Γιάννης ξεψυχά δίπλα στη βρύση (αντί για το βουνό) αλλά προλαβαίνει να στείλει γράμμα στους οικείους του, κάτι που καθρεφτίζει με δραματικό τρόπο παρόμοιες σκηνές από την περίοδο του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.

Τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι μόνο καλλιτεχνικές δημιουργίες αλλά περιέχουν και ρεαλιστικά στοιχεία. Για παράδειγμα, η επιλογή του ονόματος (Γιάννης) δεν πρέπει να βασίστηκε μόνο στην ισοσυλλαβία (Πλιάσκας / Φλέσσας, Γιάννης) ή τη δημοτικότητά του αλλά και στην ύπαρξη πολλών ομώνυμων πολεμιστών στο Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Τούτο προκύπτει από τον αλφαβητικό κατάλογο πεσόντων, που δημοσίευσε το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, όπου μόνο στο γράμμα Α, εντοπίζονται 50 πεσόντες με το όνομα Ιωάννης. Η δε χρήση του ονόματος στις παραλλαγές δείχνει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση αλλά για συνειδητή επιλογή ευρείας κλίμακας.

Άλλο ένα στοιχείο ρεαλιστικότητας είναι τα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, όπου άφησαν τα κόκαλά τους χιλιάδες Έλληνες πολεμιστές (ο κατάλογος πεσόντων αγγίζει τους 8.000). Όπως ο Όλυμπος, όπου έδρασε ο κλέφτης Πλιάσκας, είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας με υψόμετρο περί τα 3.000 μ., έτσι και η Αλβανία καλύπτεται κατά τρία τέταρτα από ορεινούς όγκους, με πολλά βουνά της να ξεπερνούν τα 2.000 μ. (όπως ο Γράμμος). Αλλά και η εικόνα του πολεμιστή που πεθαίνει μόνος και αβοήθητος αντιστοιχεί στην ύπαρξη πολλών νεκρών που έμειναν άταφοι και που τα τελευταία χρόνια εντοπίζονται και ενταφιάζονται, στο πλαίσιο εφαρμογής της διμερούς Συμφωνίας Ελλάδος-Αλβανίας (2009). Ας σημειωθεί ότι το 2019, στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο της Κλεισούρας, ενταφιάστηκαν τα οστά 85 Ελλήνων πεσόντων του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.

Επίσης σώζονται αρκετές προσωπικές μαρτυρίες για τραυματίες που εγκαταλείφτηκαν στο πεδίο της μάχης ή νεκρούς που περισυνελέγησαν από ιατρικά συνεργεία.  Σύμφωνα με τα Αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, από την έναρξη του πολέμου έως τις 28 Απριλίου 1941, οι απώλειες σε φονευθέντες και εξαφανισθέντες στο Αλβανικό μέτωπο έφτασαν τους 13.936 αξιωματικούς και οπλίτες. Από το σύνολο των νεκρών στις επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών, οι 7.796, έμειναν στην Αλβανία, θαμμένοι ή άταφοι, ενώ 5.960 ετάφησαν σε νεκροταφεία εντός Ελληνικού εδάφους. Είχαν επίσης οργανωθεί στρατιωτικά νεκροταφεία σε διάφορες περιοχές της Αλβανίας (Δέλβινο, Χειμάρα, Πόγραδετς, Πρεμετή, Κλεισούρα, Κορυτσά, Τρεμπεσίνα κ.α.).

Άλλο ένα δραματικό τραγούδι του Ελληνοϊταλικού Πολέμου είναι αυτό του «καημένου» κόρακα που «σκούζει» και φωνάζει αναζητώντας ανθρώπινη σάρκα. Είναι γνωστό ότι ο κόρακας είναι ένα αδηφάγο πτηνό που τρέφεται με πτώματα σε αποσύνθεση. Το μοτίβο είναι γνωστό από τραγούδια της επανάστασης του 1821 αλλά και των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13). Στην πρώτη κατηγορία ανήκει μια παραλλαγή του 1938 από τη συλλογή της Μαγδαληνής Τσάκωνα στο Μανιάκι. Το τραγούδι («Τ’ έχεις, καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις;») αναφέρεται στη Μάχη των Τρικόρφων (24 Ιουνίου 1825) μεταξύ των Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ και των Ελλήνων, που έληξε με νίκη του πρώτου.

Το τραγούδι του ’40 ηχογραφήθηκε στα Ιωάννινα το 1954. Το Λάμποβο, που αναφέρεται, είναι χωριό της Αλβανίας, βόρεια του Αργυροκάστρου (στον κάμπο της Δερόπολης). Εκεί γεννήθηκαν οι εθνικοί ευεργέτες Ευάγγελος και Κων/νος Ζάππας, που στα τέλη του 19ου αιώνα ίδρυσαν σχολικό συγκρότημα με βιβλιοθήκη και σχολή υφαντουργίας. Στο Λάμποβο έγινε το Δεκέμβριο του 1940 μια κρίσιμη και πολύνεκρη μάχη, που ανέκοψε την ιταλική προέλαση: 

 

 

 

Ωρέ, τ’ έχεις, καημένε κόρακα και σκούζεις και φωνάζεις;

Μήπως διψάς, πουλί μ’, για αίματα, γι’ ανθρώπινα κουφάρια;

Ν-έβγα ψηλά, πουλί μ’, στο Λάμποβο, Κλεισούρα, Τεπελένι

Να ιδείς κορμιά να κείτουνται.

 

Σε άλλη παραλλαγή του 1957 από το Μεσολόγγι ο λαϊκός στιχουργός έχει προσθέσει μια πιο «πατριωτική» πινελιά, με την παρουσία «τσολιάδων», δηλ. ευζώνων. Σύμφωνα με τον Άγγελο Τερζάκη, την αυγή της 19ης Δεκεμβρίου 1940, το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων υπό τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο έκανε αιφνιδιαστική επίθεση με εφ’ όπλου λόγχη κατά των ιταλικών θέσεων στο όρος Μάλι Τζόρετ, ένα στρατηγικό σημείο ανατολικά της Χειμάρρας:

 

Σύρε, πουλί, στο Λάμποβο, ψηλά κατ’ τη Χειμάρρα

Να ιδείς κορμιά που κείτονται, τσολιάδες του σαράντα,

Ευζώνους του τριανταεννιά [και του σαρανταένα].

 

Σε άλλη παραλλαγή της δεκαετίας του 1960 από την Κοζάνη ο λαϊκός στιχουργός μας μεταφέρει στην περιοχή της Πρεμετής, όπου τα «ελληνικά κορμιά» γεμίζουν τις χαράδρες. Η Πρεμετή απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό στις 4 Δεκεμβρίου 1940 μετά από σκληρές και φονικές μάχες. Μετά τους θρήνους των γυναικών για τους χαμένους άντρες, ακολουθούν «αναθεματισμοί» στην Ιταλία και τη Γερμανία, με αποκορύφωμα το τελικό επιφώνημα:

 

Ωρέ, πανάθεμά σε, Ιταλέ, κι εσύ η Γερμανία

Που κήρυξες τον πόλεμο σε μια χούφτα Ελλάδα.

Ωρέ, μας ήφερες την καταστροφή, μας σκότωσες τους άντρες

Μας έκαψες τα σπίτια μας. (Λύκος να σε φάει)

 

Μια κάπως διαφορετική εικόνα επικρατεί σε μια ηχογράφηση από τη Σκύρο (1964), όπου ο «μαύρος» κόρακας σκούζει και «μαδιέται», όχι για Έλληνες αλλά για τα ιταλικά «κουφάρια» στην περιοχή της Κλεισούρας. Αλλά και στα ελληνικά κορμιά, ο λαϊκός στιχουργός μας καλεί να δείξουμε ιδιαίτερο σεβασμό («κανείς να μην τα πειράξει») βλέποντάς τα «βαλμένα αράδα-αράδα» και «φραγμένα με κλαριά», προφανώς μετά τη λήξη της μάχης. Ο ελληνικός στρατός κατέλαβε το πέρασμα της Κλεισούρας στις 11 Ιανουαρίου 1941, εισχωρώντας πιο βαθιά στο αλβανικό έδαφος και αναγκάζοντας τους Ιταλούς να οπισθοχωρήσουν.

          Εκτός από «αυθεντικά» δημοτικά τραγούδια, υπάρχουν και άλλα που προέρχονται από επώνυμους δημιουργούς, αν και καμωμένα πάνω σε δημοτικά πρότυπα. Tο 1947 ο σπουδαίος δημοτικός ερμηνευτής Γιώργος Παπασιδέρης (1902-1977) ηχογράφησε ένα τσάμικο αφιερωμένο στο έπος του 1940, για το οποίο λέγεται ότι είχε διωχθεί από τους Ιταλούς κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το μοτίβο των βουνών, στα οποία απευθύνεται ο λαϊκός στιχουργός, είχε χρησιμοποιηθεί σε παλιότερα δημοτικά τραγούδια, όπως αυτό για τον Μάρκο Μπότσαρη («Εσείς, βουνά της Κατοχής, βουνά του Ξηρομέρου…»), το οποίο επίσης είχε ερμηνεύσει ο Παπασιδέρης από τη δεκαετία του 1930:

 

 

Ωρέ, κι εσείς βουνά κι εσείς βουνά της Kορυτσάς

Και κάμποι της Χειμάρρας

Ωρέ, ποτέ μη λουλουδίσετε, ποτέ μη λουλουδίσετε,

Χορτάρι μη φυτρώστε.

Ωρέ, για το κακό, για το κακό που έγινε

Για το κακό που έγινε στη γη της Aλβανίας.

 

Άλλες ηχογραφήσεις παρουσιάζουν αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις, που προκύπτουν από τη συνάντηση της επώνυμης με την ανώνυμη δημιουργία. Πιο κάτω παρατίθεται μια παραλλαγή από την περιοχή της Κορινθίας (1964), όπου η ερμηνεύτρια έχει προσθέσει επιπλέον στίχους που εξειδικεύουν το «κακό που έγινε», όπως τα κορμιά των στρατιωτών που είναι σκορπισμένα στα βουνά και τους κάμπους και τα κλάματα των δικών τους ανθρώπων:  

 

 

 

 

Ν-εσείς βουνά της Νταρδιζάς, βουνά της Αλβανίας

Ποτές να μην ανθίσετε, λουλούδια να μη βγάλτε.

 

Ν-απ’ το κακό που έγινε, απ’ το κακό που γίνει

Ωρέ, γεμίσαν τα βουνά κορμιά κι οι κάμποι παλληκάρια.

 

Γεμίσαν και τα ρέματα ανθρώπινα κουφάρια

Ωρέ, κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.

 

Κλαίνε και τα μικρά παιδιά, κλαίνε τους πατεράδες…

 

          Κάποιες φορές οι μεταβολές είναι έντονες ακόμα και σε ηχογραφήσεις που έχουν γίνει στην ίδια περιοχή από συγγενείς πληροφορητές. Τέτοια είναι η περίπτωση μιας ηχογράφησης από την Κορινθία (1964), που προέρχεται από τον πατέρα της προηγούμενης ερμηνεύτριας! Οι μεταβολές είναι ορατές από τον πρώτο στίχο, καθώς τα βουνά προτρέπονται να διώξουν τα σύννεφα, ώστε να λιώσουν τα χιόνια στα βουνά, να ανοίξουν τα τηλέφωνα και τα ταχυδρομεία, για να μπορέσει ο ήρωας να ενημερώσει τους δικούς του ανθρώπους:

 

Ν-εσείς βουνά της Κορυτσάς, βουνά της Αλβανίας

Να διώξετε τα σύγνεφα, ψηλά να σηκωθούνε.

 

Να ξεστερώσουν τα βουνά, να λιώσουνε τα χιόνια.

Ν’ ανοίξουν τα τηλέφωνα και τα ταχυδρομεία.

 

Να στείλω τηλεγράφημα και γράμμα του πατέρα.

Ν-εγώ δεν ξαναέρχουμαι, Μαλάμω, στην Ελλάδα.

 

 

 

 

Μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή από τη Σιάτιστα καταγράφηκε από το μεγάλο λαογράφο Γ. Μέγα το 1952. Εδώ ο ερμηνευτής, που λόγω προχωρημένης ηλικίας (γεν. 1887) δεν πρέπει να είχε επιστρατευθεί στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, εισάγει στίχους από άλλο παλιό δημοτικό τραγούδι («Ο ναύτης»). Όπως και ο ναύτης, ο πολεμιστής της Αλβανίας ζητά από τους συντρόφους του, αν συμβεί να πεθάνει, να τον θάψουν σε περίοπτη θέση (στην είσοδο στης Κορυτσάς) για να μπορεί να βλέπει τις όμορφες κοπέλες που θα περνούν από εκεί:

 

          Και σεις, βουνά της Κορυτσάς και κάμποι της Χειμάρας,

          Ποτέ μη λουλουδιάσητε, χορτάρ’ να μη φυτρώση

          Για το κακό που κάνανε μέσα στην Αλβανία.

         

Κι αν θα πεθάνω θάψτε με στης Κορυτσάς την πόρτα

          Να με [κοιτάνε] οι γιέμορφες κι αυτές οι μαυρομάτες,

          Να με πατάει και μια ξανθή, της χήρας θυγατέρα,

          Έχει τα τέλια στα μαλλιά, την τσίπα στο κεφάλι. 

 

Περνάμε τώρα σε μια δημοφιλή σύνθεση των Απόστολου Χατζηχρήστου, Γιάννη Σταμούλη και Μάρκου Βαμβακάρη. Στην αυτοβιογραφία του (1978), ο Μάρκος Βαμβακάρης αναφέρεται στο ιστορικό πλαίσιο της σύνθεσης του τραγουδιού: «Εκηρύχτηκε ο πόλεμος του 1940 και επήγε όλος ο κόσμος στρατιώτης. Έμεινα μόνος μου αλλά και σε λίγο διάστημα επήραν την ηλικία μου, δηλαδή του 1925, και με έντυσαν στρατιώτη στο Γουδί. Και τότε έβγαλα και ένα τραγούδι που με έντυσαν φαντάρο». Ο Βαμβακάρης έγραψε με τον Χατζηχρήστο και άλλα τραγούδια για τον πόλεμο («Γεια σας φανταράκια μας», «Μουσολίνι, άλλαξε γνώμη»), ενώ συμμετείχε και σε συνθέσεις που έγραψαν οι Σπύρος Περιστέρης και Μίνως Μάτσας («Μπενίτο μου, Μπενίτο μου», «Την Αλβανία ξέγραψε»).

 

Στης Αλβανίας τα βουνά μερόνυχτα γυρνάω

Για τη γλυκιά πατρίδα μας, μανούλα, πολεμάω.

Έχω μαζί μου το θεό, μάνα και δε φοβάμαι
Κι ένα γλυκό ξημέρωμα κοντά σου πάλι θα ’μαι.

Θα ’ρθω, μανούλα, νικητής ξανά θα μ’ αγκαλιάσεις
Το μοναχό παιδάκι σου, μάνα δε θα το χάσεις.

 

Σε άλλες παραλλαγές που ηχογραφήθηκαν τη δεκαετία του 1960 από την περιοχή των Σερρών παρατηρούνται σημαντικές διαφορές. Εδώ ο «δημοτικός» ερμηνευτής έχει προσθέσει ένα ακόμα δίστιχο, ενώ έχει παραλλάξει και τους υπόλοιπους στίχους, δίνοντας ένα πιο δραματικό τόνο στην αφήγηση. Αντίθετα με το λαϊκό βάρδο που παρακαλεί το θεό για να γυρίσει νικητής, ο νεότερος «ρεαλιστής» ερμηνευτής αντιμετωπίζει μόνος του το Χάρο. Οι στίχοι αυτοί είναι παρμένοι από παλιότερο δημοτικό άσμα («Ο βοσκός και ο Χάρος»), στο οποίο ένας βοσκός συναντά το Χάρο και τον παρακαλεί να τον λυπηθεί:

 



 

Στης Αλβανίας τά-ι βουνά στα χιόνια τριγυρίζω

Ψάχνω το Χάρο για να βρω μα δεν τόνε γνωρίζω.

 

Ένα γλυκό ξημέρωμα το Χάρο ανταμώνω

Σ’ ένα βαθύ χαράκωμα και του μιλώ με πόνο.

Άσε με, Χάρε, άσε με ακόμα για να ζήσω,

Έχω γυναίκα με παιδιά, σκέψου πού θα τ’ αφήσω.

 

Με βλέπει ο Χάρος και γελά κι αρχίζω πια να σβήνω

Μου λέει με δυνατή φωνή, σου παίρνω δε σ’ αφήνω.

 

Την εικόνα του Χάρου που γυροφέρνει τους Έλληνες στρατιώτες στις φονικές μάχες της Αλβανίας έχουν αποτυπώσει σε έργα τους διάφοροι λογοτέχνες που συμμετείχαν στην εποποιία, όπως ο Άγγελος Τερζάκης, που περιγράφει τους άνδρες του ΙΙ/5 ΤΠ, μετά από τους ανηλεείς βομβαρδισμούς του υψώματος 731 από το Πυροβολικό και την Αεροπορία των Ιταλών: «Εκείνοι που στέκονταν τώρα γαντζωμένοι εκεί πάνω, δεν έμοιαζαν πια με στρατό, δεν έμοιαζαν με πλάσματα ανθρώπινα. Ήταν κάτι σκέλεθρα ντυμένα με κουρέλια, επιδέσμους, φαντάσματα μαυριδερά και αγριεμένα, όλο χώμα και ιδρώτα που παγώνει, μάτι γυαλιστερό από την πείνα, την αγωνία, τη πάλη με το χάρο».

 Μια άλλη παραλλαγή του 1965 από την ίδια περιοχή διανθίζεται από νεότερα στοιχεία, όπως την παρουσία του Μουσολίνι που βαδίζει για τη Θεσσαλονίκη, μαζί με όλο το μηχανοκίνητο δυναμικό του και τον οποίον τελικά ανακόπτουν οι Έλληνες φαντάροι με εφ’ όπλου λόγχη. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι παρμένα από άλλα πολεμικά τραγούδια της εποχής (Βέμπο), όπως βλέπουμε στις λέξεις «μακαρόνια» και «αρχιμασκαράδες»:

 

Στης Αλβανίας τα βουνά λαγκάδια πολεμούσα

Τον Μουσολίνι αντίκρυσα κι όλο τον κυνηγούσα.

 

Τον είδα κει ερχότανε για την Θεσσαλονίκη

Και με χαρούμενη καρδιά πως θα ’παιρνε τη νίκη.

 

Είχε αυτοκίνητα πολλά και άφθονα κανόνια

Είχε στρατόν ανίκανον για τις βροχές και χιόνια.

 

Όταν μας είδαν τα ’χασαν από την λεβεντιά μας

Εσήκωσαν τα χέρια τους και πέσαν στα δικά μας.

 

Και μεις τους καλοπήραμε μ’ εφόπλου λόγχη και σπαθί

Με μακαρόνια και φακή τους αρχιμασκαράδες.

 

 

 

 

          Είδαμε λοιπόν ότι τα τραγούδια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου έγιναν αντικείμενο έντονης επεξεργασίας από λαϊκούς στιχουργούς και ερμηνευτές. Ακόμα και η κυκλοφορία τους σε δίσκους της εποχής δεν στάθηκε ικανή να τα κρατήσει ακέραια, όπως στο τραγούδι των Χατζηχρήστου-Βαμβακάρη. Τούτο ίσως οφείλεται στη θεματολογία τους, που περιέχει γεγονότα ή εικόνες που είχαν αγγίξει το ακροατήριο και θεωρούνταν αρκετά οικεία. Με τον «παρεμβατικό» αυτόν τρόπο, οι λαϊκοί ερμηνευτές επέλεξαν να αναπαραστήσουν ακουστικά τη μεγάλη εποποιία, που σφράγισε τα παιδικά ή νεανικά τους χρόνια. Τελικά, η λαϊκή ψυχή θα βρίσκει πάντα τα πρότυπά της είτε από τα βιώματα της υπαίθρου είτε από τις ιστορικές περιπέτειες για να τραγουδά τους καημούς της.