Ο γράφων έσπευσε να ρωτήσει τη Νέδουσα Γουηβέριου, που η φήμη της έλεγε πως ήξερε τα πάντα, ωστόσο η απάντησή της ήταν τόσο ασαφής που δεν τον φώτισε διόλου στην απορία - ερώτησή του.
Την ίδια μέρα η παρατηρητική αναγνώστρια του τηλεφώνησε και του συστήθηκε ως Ερασμία και επανέλαβε την απορία της συστήνοντάς του και το βιβλίο του Κώστα Τσιρόπουλου, “Το σημείο της στίξης”, που κυκλοφόρησε το 1984.
Ο γράφων είχε γνωρίσει τον συγγραφέα στην Καλαμάτα, όπου ο αείμνηστος Τσιρόπουλος είχε βρεθεί ως μέλος της επιτροπής του Βραβείου Φωτέα, που είχε θεσπίσει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Μεσσηνίας.
Το βιβλίο του “Το σημείο της στίξης” όμως το ανακάλυψε πρόσφατα και ομολογουμένως τον ξάφνιασε με τη θεματολογία, που αρχίζει με μια επίσκεψη στο Κοιμητήριο, όπου, όπως ο ίδιος γράφει, του “αποκαλύφθηκε το βαθύ νόημα των ανθρωπονυμίων”.
Στο ίδιο βιβλίο αναφέρει επίσης ο αείμνηστος Τσιρόπουλος “γιατί να έχουμε ένα όνομα; Διότι έχουμε αισθήσεις, είμαστε πλάσματα των αισθήσεων επειδή είμαστε όντα σωματικά. Το όνομα είναι το σημαίνον, ο άνθρωπος το σημαινόμενο. Το ονοματεπώνυμο ενός ανθρώπου σημαίνει τον άνθρωπο αυτό με ρήτρα αποκλειστικότητας. Όλη μας η ύπαρξη μοιάζει να συμπληρώνεται σε τέσσερις λέξεις, σώμα, σήμα, ψυχή, όνομα”.
Αυτά αναφέρονται μεταξύ άλλων στο βιβλίο που ο γράφων διάβασε και τηλεφωνικά σχολίασε με την Ερασμία, η οποία ζήτησε να συναντηθούν και να συνομιλήσουν από κοντά.
Ο γράφων δέχτηκε γιατί το ενδιαφέρον του είχε εξαχθεί άλλωστε από τα όσα είχαν τηλεφωνικά συζητήσει και επίσης γιατί το ίδιο το βιβλίο τον είχε εντυπωσιάσει
-ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ-
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004