Ο Gράφων ήταν σίγουρος και άλλωστε γι’ αυτό έσπευσε να κυκλοφορήσει και αυτός με σορτσάκι και μάλιστα την επομένη του Πάσχα.
Ο Σορτσάτος ωστόσο, όπως ήταν και το επώνυμό του, Σορτς Σορτσάτος για την ακρίβεια, είχε ήδη κάνει την αρχή και οι άλλοι απλώς ακολούθησαν.
Όπως ο εκκεντρικός ποιητής Τρεό Τρεοντόρ, υπερρεαλιστής, θαυμαστής του Εμπειρίκου και γνώριμος του Μπρετόν αλλά και του Τρότσκι, στην εποχή του Μεξικού, που και για τους δύο υπήρξε καθοριστική, αλλά για διαφορετικούς λόγους.
Αυτή η αρχή βέβαια είχε γίνει πολλά χρόνια πίσω, το 1937 συγκεκριμένα, όταν βρέθηκαν Τρότσκι και Τρεοντόρ στο Μεξικό και ο Τρότσκι έλαβε άσυλο από τον μεξικανό πρόεδρο Καρντένα.
Εκεί ο Τρεοντόρ γνώρισε το 1939 και τον Ραμόν Μερκαντέρ, μετέπειτα δολοφόνο του Τρότσκι, που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ζακ Μορνάρ.
Με σορτς λοιπόν κυκλοφορούσε ο Τρεό Τρεοντόρ ως υπερεαλλιστής που θεωρούσε πως είναι και έτσι τον είχε γνωρίσει ο Σορτς Σορτσάτος και διάβασε την βιογραφία του, που ίδιος είχε γράψει από τις αφηγήσεις που ο Τρεοντόρ του είχε εκμυστηρευτεί.
Αυτή την ογκώδη και γεμάτη αντιφάσεις βιογραφία ο Σορτσάτος είχε φέρει στον γράφοντα για να τον βοηθήσει στην επιμέλειά της και ο γράφων είχε δεχτεί έναντι σεβαστού ποσού ως αμοιβή.
Η εμφάνιση του Σορτσάτου ωστόσο δεν ήταν και τόσο αθώα.
Και η Ζακάνθα Κλάδη, που τον γνώριζε από παλιά, έσπευσε να ενημερώσει τον γράφοντα και να του τονίσει πως και ο πατέρας της τον γνώριζε και μάλιστα πολύ καλά.
Εκείνο που πρόσεξε ο γράφων όταν συναντήθηκε με τον Σορτσάτο ήταν πως είχε μαζί του ένα αντίτυπο από το βιβλίο “Λογισμικό Θανάτου”.
Ο Σορτσάτος είπε στον γράφοντα πως είχε διαβάσει όλα τα βιβλία του Γιαννουλέα, αν και δεν ήταν λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό το βιβλίο ωστόσο του άρεσε περισσότερο και μάλιστα για ένα πολύ συγκεκριμένο λόγο.
Όταν ο γράφων τον ρώτησε ποιος είναι αυτός, ο Σορτσάτος του απάντησε πως δεν θα του έλεγε, γιατί ήξερε πως είναι φίλος με τον συγγραφέα και έτσι δεν χρειάζεται να μάθει.
-ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ-
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004