Αυτό ήταν και το κοινό σημείο με τον γράφοντα, που είχε μεγαλώσει στο καφενείο του πατέρα του, τη θρυλική “Συνάντηση”, που στην εποχή της δικαιολόγησε απόλυτα την επωνυμία της.
Και ποιοι δεν πέρασαν από εκεί στα χρόνια της ακμής της.
Για την εν λόγω περίοδο ο Αμπραβελενάκος γνώριζε πολλά, όχι όμως και για το καφενείο “Η Συνάντηση”, του πατέρα του γράφοντος, από τον οποίο είχε ζητήσει να του πει ιστορίες για την ιστορία αυτού του καφενείου.
Τώρα σε ένα άλλο καφενείο, ξεχασμένο από τον χρόνο, βρισκόντουσαν οι δυο τους και συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων, ως τη στιγμή που ο Αμπραβλενάκος είπε στον γράφοντα πως οι άλλοι δύο της συμμορίας των υπεραιωνόβιων, ο Λισκάριος Λισκαρίωτης και ο Σέρμαν Σκάουφμαν, πήγαν στη Θεσσαλονίκη και αναζητώντας τα χαμένα τμήματα του αρχείου του Μάξιμου Εμπέρογλου διαπίστωσαν πως ενώ υπήρχαν νύξεις στο εκρού μπλοκ, το χαμένο αρχείο δεν είχε βρεθεί.
Ο γράφων έκπληκτος δήλωσε άγνοια και ο Αμπραβελενάκος του είπε πως τον πιστεύει.
Άλλωστε, όπως ο γράφων, δεν γνώριζε πού μπορεί να βρισκόταν το χαμένο αρχείο του Εμπέρογλου και τι μπορούσε αυτό να περιέχει.
Ύστερα η συζήτησή τους περιστράφηκε γύρω από τη Νέδουχα και την επανεμφάνιση των αδελφών της, που ο Αμπραβελενάκος γνώριζε και μάλιστα καλά και η επανεμφάνισή τους δεν του άρεσε καθόλου, όπως άλλωστε και της Νέδουσας, με την οποία και είχαν συζητήσει.
Στη συνέχεια η συζήτηση γύρισε πάλι γύρω από το χαμένο αρχείο και ο γράφων απόρρησε όταν άκουσε τον Αμπραβελενάκο να του ζητά να αναθέσει στον Μπρεκ την αναζήτηση του αρχείου.
Ο γράφων από την πλευρά του αντιπρότεινε να κάνει την πρόταση ο ίδιος ο Αμπραβελενάκος.
Λίγη ώρα αργότερα ο Μπρεκ είχε ήδη ενημερωθεί και είχε δεχτεί την πρόταση.
-ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ-
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004