Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2023 22:13

Το τέλος της ιδιοκτησίας και των πραγμάτων όπως τα ξέρουμε

Το τέλος της ιδιοκτησίας και των πραγμάτων όπως τα ξέρουμε

Της Ευγενίας Θανοπούλου
Τις τελευταίες δεκαετίες αρκετοί θεωρητικοί και φιλόσοφοι έχουν επισημάνει τις μεταβολές από τις οποίες διέρχεται η οικονομία και η πολιτική, μετασχηματίζοντας τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο. Ο Jeremy Rifkin (Τζέρεμυ Ρίφκιν, 1945-), από τη δεκαετία του 1990 μέχρι τις μέρες μας, έχει ασχοληθεί με το τέλος της ιδιοκτησίας, της εργασίας, του νομίσματος, κ.α., επισημαίνοντας την καλλιέργεια μιας νέας κουλτούρας: του υπερ-καπιταλισμού. Η τελευταία χαρακτηρίζεται από την αντικατάσταση της πραγματικής οικονομίας και του πραγματικού εμπορεύματος με την εμπειρία της κατανάλωσης. To γιατί θα πρέπει να ασχοληθούμε με αυτή την ιστορία, το απαντά ο φιλόσοφος Jean François Lyotard (Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ, 1924-1998) ήδη από τη δεκαετία του 1970: ο κίνδυνος που ελλοχεύει, πίσω από τέτοιους μετασχηματισμούς, είναι η επανεμφάνιση ενός ολοκληρωτισμού.

Ο Ρίφκιν, στο βιβλίο του Η εποχή της πρόσβασης – Η νέα κουλτούρα του υπερκαπιταλισμού όπου όλη η ζωή είναι μια επί πληρωμή εμπειρία (Λιβάνης, Αθήνα 2001) ασχολείται με τη φύση και τον ρόλο της ιδιοκτησίας, η οποία τείνει να εξαφανιστεί. Περιγράφει και σχολιάζει την αντικατάσταση της κλασικής έννοιας της «αγοράς» με αυτή της «υπηρεσίας», της έννοιας του «καταναλωτή» με αυτή του «χρήστη» και της έννοιας της «ιδιοκτησίας» με αυτή της «πρόσβασης». Επιπλέον, προειδοποιεί  για την πλήρη απορρόφηση του πολιτισμού από την οικονομία καθώς οι εν λόγω έννοιες αποκόπτονται τόσο από τον κοινωνικό ιστό όσο και από την αγορά, δηλαδή από το πλαίσιο πάνω στο οποίο θεμελιώθηκαν ιστορικά οι ιδεολογικοί αγώνες και οι επαναστάσεις. Αυτό αποτελεί το μείζον πρόβλημα καθώς, όπως πολύ εύστοχα τονίζει ο Ρίφκιν, η ιδιοκτησία δεν εξαφανίζεται. Συγκεντρώνεται στα χέρια των ολίγων οι οποίοι, στο πλαίσιο της «νέας οικονομίας», θα πλουτίζουν ενοικιάζοντας ή υπενοικιάζοντας οτιδήποτε, εφόσον η ιδιοκτησία και η κυριότητα θα γίνονται ολοένα και πιο ξεπερασμένες.

Η «νέα οικονομία» σηματοδοτεί το τέλος της ιδιοκτησίας, την ανυπαρξία εμπορεύματος-πράγματος, της αγοράς, των εργαζομένων και, εντέλει, της εργασίας. Διαθέτει τα χαρακτηριστικά της προσβασιμότητας και του μηδενικού οριακού κόστους[1], είναι άυλη και αβαρής. Αυτή η οικονομία έχει σχεδιαστεί να λειτουργήσει μέσω της εισαγωγής μιας νέας επικοινωνιακής τεχνολογίας, ενός νέου ενεργειακού καθεστώτος, ενός νέου εκπαιδευτικού μοντέλου καθώς, επίσης, ενός νέου μοντέλου παραγωγής και διανομής, το οποίο θα έχει διευρυμένη παραγωγική βάση. Ο σχεδιασμός της «νέας οικονομίας» θεωρητικά αποβλέπει στη δημιουργίας μιας κοινωνίας μηδενικού οριακού κόστους με απώτερο σκοπό τη βελτιστοποίηση της ανθρώπινης ευημερίας σ΄ έναν διαδικτυακό συνεργατικό κοινόκτητο χώρο.

Ωστόσο, τίθεται ένα ερώτημα σχετικά με τον έλεγχο των πόρων και των αγαθών, στα οποία πρέπει να έχει πρόσβαση ο καθένας προκειμένου να πραγματωθεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, προβληματίζει το γεγονός της κατάργησης της εργασίας, ως ενεργητικής δραστηριότητας του ανθρώπου και ως ιστορικού κοινωνικού κοινού όρου της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο. Καταργείται, δηλαδή, ο κοινωνικός δεσμός ο οποίος, σύμφωνα με τον Karl Marx (Καρλ Μαρξ, 1818-1883), συγκροτείται στη βάση ενός δεδομένου καταμερισμού εργασίας και σχέσεων ιδιοκτησίας, λαμβάνοντας τη μορφή ενός πλέγματος. Η αντίφαση εντοπίζεται στο γεγονός ότι ενώ η ιδιοκτησία, που θα συγκεντρώνεται στα χέρια ολίγων, θα συνεχίζει να υφίσταται με τη μορφή της ύλης, ο εν λόγω δεσμός θα έχει  άυλη μορφή. Η αποϋλοποίηση των κοινωνικών σχέσεων αφαιρεί, ωστόσο, τη δυνατότητα αφενός, ανάδειξης της διαφοράς που υφίσταται ανάμεσα στο πραγματικό και το εικονικό και αφετέρου, της άσκησης μιας πραγματικής κριτικής.

Ο Lyotard, στο βιβλίο του Économie Libidinale (Les Éditions de Minuit, Paris 1974), δίνει έμφαση στην εμπειρία, το βίωμα, την αισθητηριακότητα και το σώμα προκειμένου να μην χαθεί η υλικότητα[2] που χαρακτηρίζει την πραγματικότητα. Αλλά, δεν το κάνει σε βάρος της ιδεατότητας, της σκέψης και του πνεύματος. Απλώς, αποτρέπει τον ενδιαφερόμενο από μια μονοδιάσταση ερμηνεία ή θεώρηση της πραγματικότητας αποκομμένης από την ύλη. Η εξαίρεση ή αφαίρεση της υλικότητας των πραγμάτων εξαλείφει τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην ανταλλακτική αξία και την αξία χρήσης τους ή ανάμεσα στην εικονική και πραγματική υπόστασή τους. Η διατήρηση της μεταξύ τους διαφοράς θα μπορούσε, σύμφωνα με τον Lyotard, να αναδείξει την αισθητική αξία των πραγμάτων. Αλλά, το νέο μοντέλο οικονομίας προωθεί τις άυλες αξίες (π.χ. γενόσημα [generics]) που έχουν οικουμενική ισχύ. Τέτοιου είδους ανακατατάξεις και μεταβολές, διευκολύνουν την κυριαρχία ενός κλειστού συστήματος σκέψης, το οποίο αγνοεί και παραβλέπει την αισθητή διάσταση των πραγμάτων και την περιστασιακή λογική με την οποία χρίζει ορισμένες φορές να τα προσεγγίζουμε. Υπό αυτή την έννοια, υπονομεύει την ποικιλία απόψεων και πρακτικών, καταστρατηγώντας την ελευθερία της βούλησης και την κριτική ικανότητα των πολιτών.

Εδώ και αρκετές δεκαετίες οι πολίτες «εκπαιδεύονται», μέσω συγκεκριμένων τακτικών χειρισμών, προκειμένου να υιοθετήσουν στάσεις και συμπεριφορές που συνάδουν με το νέο μοντέλο της άυλης οικονομίας. Έτσι, ο χειρισμός των κρίσεων (οικονομικών, υγειονομικών, ενεργειακών, κ.α.), οι ευέλικτες μορφές εργασίας, η μείωση του εργατικού δυναμικού, η τηλε-εκπαίδευση, τα ριάλιτι σόου, κ.α., καλλιεργούν με συστηματικό τρόπο τη διαστροφική κουλτούρα του εγκλεισμού και της σκλαβιάς, περιορίζοντας τα όρια της πραγματικότητας (σχέσεων) σε ό,τι μπορεί να αναπαραστήσει η οθόνη ενός υπολογιστή, ενός τάμπλετ ή ενός κινητού τηλεφώνου.

Μια αντικατάσταση της φυσικής επαφής των ανθρώπων (κοινωνικών σχέσεων) με ένα μοντέλο διαδικτυακής επικοινωνίας ή ανταλλαγής αλλοιώνει, ωστόσο, την ανθρώπινη υπόσταση. Χειραγωγεί τη σκέψη και εγκλωβίζει το σώμα, παραπέμποντας σε κοινωνίες τύπου George Orwell (Τζωρτζ Όργουελ, 1903-1950) ή Aldous Huxley (Άλντους Χάξλεϋ, 1894-1963). Το κρίσιμο σημείο αυτών των μεταβολών είναι ότι οι νέες γενεές διαπλάθονται με τρόπο ώστε να μετάσχουν οικειοθελώς στη διαμόρφωση μιας καθ΄ όλα ελεγχόμενης κοινωνίας.

Ευγενία Θανοπούλου

Πολιτικός επιστήμονας

 

 

[1] Πρόκειται για το «βέλτιστο σημείο της ιδανικής παραγωγικότητας του καπιταλισμού», το οποίο σε συνδυασμό με την δωρεάν παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών, αναμένεται να καταστήσει το κόστος παραγωγής ενός προϊόντος μηδενικό λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας. Τζέρεμυ Ρίφκιν, Η κοινωνία του μηδενικού κόστους, μτφρ. Μ. Παπαϊωάννου, Ενάλιος, 2017, σ. 135-136, 208.

[2] Η υλικότητα δεν εκλαμβάνεται βέβαια ως κάτι αμιγώς εμπειρικό, αλλά ως μια εμπειρία και πρακτική εξωτερικότητας που έχει περισσότερο ψυχολογική χροιά και υπάρχει στον καθένα ως αντίληψη. Σε αυτή την πρακτική εξωτερικότητας παραπέμπει η «δομικότητα της δομής» του Jacques Derrida (1930-2004) και η «υλικότητα της ύλης» της Judith Butler (1956-).