Πρόκειται για μια διαδικασία προσωρινής ανατροπής της «φυσικής» (δηλ. επικρατούσας) τάξης των πραγμάτων, που στο πλαίσιο της παραδοσιακής προνεωτερικής κοινωνίας, σήμαινε την αλλαγή κοινωνικών και πολιτισμικών ρόλων (μεταξύ άρχοντα και αρχόμενου, άνδρα και γυναίκας, πλούσιου και φτωχού κλπ.). Μια έκφανση αυτής της ανατροπής ήταν και η στιχουργική ελευθεριότητα, που εκδηλωνόταν με τη δημιουργία και ερμηνεία τραγουδιών που σατίριζαν, διακωμωδούσαν ή παρωδούσαν πρόσωπα και γεγονότα κάθε εποχής από τον ευρύτερο κοινωνικό χώρο (κοσμικό και εκκλησιαστικό). Η δυνατότητα αυτή έφτανε στα όριά της με τη δημιουργία τραγουδιών με άσεμνο περιεχόμενο, που απευθύνονταν κυρίως σε ηλικιωμένους, κληρικούς κ.ά.
Τραγούδια αυτής της κατηγορίας συναντάμε και στη Μεσσηνία, ήδη από την προπολεμική περίοδο (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προϋπήρχαν της καταγραφής τους). Τα πρόσωπα (χαρακτήρες) που σατιρίζονται ή διακωμωδούνται είναι κυρίως η γριά που αποφασίζει ή διατάσσεται να παντρευτεί από κάποιον πασά (ή παπά), η χήρα που περιμένει κρυφά τον αγαπητικό της, η κουμπάρα κ.ά. Αν και τα πρόσωπα αυτά ήταν σχετικά «εύκολοι» στόχοι της κοινωνικής κριτικής/σάτιρας (λόγω της φυσικής τους αδυναμίας ή απομόνωσης), από την άλλη όμως, θεωρούνταν αξιοσέβαστα και σοφά (κυρίως οι γριές) – άρα μπορούμε και εδώ να μιλάμε για ένα βαθμό ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης, με την έννοια της απροσδόκητης συμπεριφοράς και των παράλογων αιτημάτων τους.
Ένα από τα παλιότερα αποκριάτικα τραγούδια από τη Μεσσηνία έχει θέμα τη διαταγή ενός πασά να παντρεύονται οι γριές. Το τραγούδι καταγράφεται ήδη από τη δεκαετία του 1920 στη σπουδαία για την εποχή έκδοση της Κορωναίας συγγραφέως Αθηνάς Ταρσούλη Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά (1924)[1], ενώ δυο χρόνια αργότερα παραλλαγή του απαντά στη συλλογή Μανιάτικων ασμάτων του σπουδαίου λογοτέχνη και δημοσιογράφου Κώστα Πασαγιάνη[2]. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η παρουσία του πασά, που βγάζει το σχετικό φιρμάνι, προσδίδει μια πιο εξωτική και εξωπραγματική διάσταση στην υπόθεση (και πιθανόν αντικαθιστά τον ισοσύλλαβο «παπά», που εμφανίζεται πιο κάτω):
Στο βουνό της Μανουσιάς εροβόλα ένας πασάς.
Κ’ έκανε αναφορές να παντρεύονται οι γριές.
Κι όσες γριές τ’ ακούσανε, όλες πηλαλούσανε.
Τα λανάρια αρπάξανε, τα τσουλούφια σιάξανε.
Μια γριά, πολύ γριά δεν μπορεί να πηλαλά
Και φωνάζει δυνατά:
Φέρτε μου και μένα δυο, ένα γέρο κι ένα νιο,
Να ’ναι ο γέρος για τα ξύλα και ο νιος για τα παιχνίδια!
Από στιχουργικής πλευράς, τα περισσότερα τραγούδια χρησιμοποιούν τον οκτασύλλαβο (ή επτασύλλαβο) τροχαϊκό στίχο, που στη νεοελληνική ποίηση έχει συνδεθεί με ταχταρίσματα και παιδικά τραγούδια, αλλά κυρίως με σατιρικά και άσεμνα[3]. Γιατί όμως οι γριές παρουσιάζονται τόσο ευάλωτες και ευεπίφορες στα καλέσματα του έρωτα; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε ακόμα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, στην οποία το ισχυρό φύλο έπρεπε να εμφανίζεται πιο ανθεκτικό και σοβαρό. Την ίδια στιγμή, η επιθυμία των γραιών για νιους (είτε συνοδεύουν γέρους είτε όχι) πρέπει να ερμηνευθεί ως οιονεί «ανατροπή» της επικρατούσας ηθικής. Κάτι τέτοιο αποτυπώνεται σε ένα τραγούδι από την Υάμεια Κορώνης που κατέγραψε την ίδια χρονιά (1938) η Γεωργία Ταρσούλη και όπου ο πασάς έχει αντικατασταθεί από ένα παπά[4]:
Ένας παπάς απ’ το κελί έβγαλε μια διαταγή,
Να παντρεύονται οι γριές, όσες είναι ανύπαντρες.
Κι όσες γριές τ’ ακούσανε, ούλες πιλαλήσανε.
Μια γριά, πολύ γριά δεν μπορεί να πάει κοντά:
Φέρτε μου και μένα δυο, ένα γέρο κι ένα νιο,
Να ’ν’ ο γέρος για δουλειά και ο νιος στην αγκαλιά.
Φαίνεται πως αυτή η χρονιά (1938) ήταν αρκετά παραγωγική ως προς τη συγκέντρωση αποκριάτικων τραγουδιών από τη Μεσσηνία, αν κρίνουμε από ένα τραγούδι που συγκέντρωσε στο Μανιάκι η Μαγδαληνή Τσάκωνα και χαρακτηρίζεται ως «ιδιότυπος χορός βλάχικος μπρος πίσω». Εδώ το αντικείμενο του πόθου της γριάς δεν είναι πια ένας νιος αλλά ένας γέρος, τον οποίον επιδιώκει απεγνωσμένα να παντρευτεί (προφανώς λόγω της ηλικίας αμφοτέρων):
Μια γριά κακόγρια λάχανα μαγέρευε, τα ξεροτσιγάριζε
Κει της ήρθε μια βουλή για να πάει να παντρευτεί.
Μια κλωτσιά του τετζεριού, δεκοχτώ του καπακιού.
Ίσα κάτου έκαμε, γέρον άντρα απάντησε:
-Γέρο, στεφανώσου με. -Γριά μου, ξεφορτώσου με.
Μες στο φούρνο διά’κε ’χώθη κι εδακεί τον εφορτώθη.
Ή το φούρνο θα χαλάσω ή το γέρο θ’ αγκαλιάσω,
Ή τη στάχτη θα σκορπίσω ή το γέρο θα φιλήσω.
Σε μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή του τραγουδιού από την Αβία (Μεγάλη Μαντίνεια), που κατέγραψε ο Χρ. Φραγκούλης, η γριά γίνεται αντικείμενο της χλεύης (κοινώς bullying) των νεαρών κοριτσιών, αν και παραμένει ανυποχώρητη μέχρι το τέλος: «Μα το μάθαν τα κορίτσα και τη δέσανε στο στύλο / και τη βάλανε στο ξύλο / και της κάμαν τα πλευρά της μαλακά σαν την κοιλιά της. / -Μωρή, γραία κακομούρα, ζαμπουριάρα και καμπούρα, / άντρα θέλει η καρδιά σου τώρα στα γεράματά σου; / -Άντρα θέλω παλληκάρι, που κατάρα να σας πάρει».
Οι γριές έμπαιναν συχνά στο στόχαστρο των έμμετρων πειραγμάτων, όπως δείχνει το παρακάτω τραγούδι από τη Μαρία Λεμπέση που διέσωσε η Γ. Ταρσούλη. Στην Κορώνη υπήρχαν πάντα χαρακτηριστικές γυναικείες φυσιογνωμίες, όπως η κυρά-Βαγγελιώ, που στα τέλη της δεκαετίας του 1960, σε ηλικία 85 ετών, περιγράφεται ως «ξεΐγκλωτη, αψιά, γεμάτη αυστηρήν ιλαρότητα, σουφρωμένη στα μούτρα, μ’ ένα στόμα που στεγάζει δυο-τρία δόντια και ποικιλμένο ολόγυρα με χοντρές άσπρες τρίχες. Στεφανωμένη με μια αστραφτερά χιονάτη κόμη η Βαγγελιώ αντραλεύεται, ανακατώνεται, γυροφέρνει». Στο τραγούδι η κυρά-Βαγγελιώ περιγράφεται ως ωραιοπαθής, αφού κοιτάζεται επίμονα στον καθρέφτη και ακόμα επιθυμεί να παντρευτεί[5]:
Μια γριά ασκημομούρα, σκατζιφιάρια και καμπούρα
Στον καθρέφτη τηραγόταν κι ούλο επαραλογιόταν.
Τα κορίτσια την εμάθαν κι ούλο τη παιζογελάγαν.
-Δεν ντρέπεσαι, καημένη, που εβγήκαν τα δοντιά σου
Κουφαθήκανε τ’ αυτιά σου;
Σήμερ’ αύριο πεθαίνεις και στ’ ανάθεμα πηγαίνεις.
-Φεύγατε, καταραμένα, λείψτε πλέον από μένα
Θα ψυχομαχώ στο στρώμα κι άντρα θα γυρεύω ακόμα.
Εκτός από τη γριά, σατιρίζεται και η χήρα σε ένα τραγούδι από την Κορώνη της Γ. Ταρσούλη, από τη φωνή Κατίνας Μουζάκη (30 ετών), που αναφέρεται στις ερωτοτροπίες μιας single mother (σύμφωνα με τη σύγχρονη ορολογία) με έναν εργολάβο. Ας σημειωθεί ότι η τοπική κοινωνία διέκειτο πολύ αυστηρά απέναντι στη χήρα, σύμφωνα με τη σημείωση της Ταρσούλη: «Θεωρείται ως αίσχος και κατάπτωσις μεγάλη να ξαναπαντρευτεί μια χήρα, όσο νέα και αν είναι. Η κοινωνία μόλις και ανέχεται αυτό το πράγμα και σχεδόν διακόπτει τις σχέσεις της με αυτήν, τουλάχιστον για το πρώτο διάστημα. Αν μάλιστα η χήρα έχει και παιδιά, ο δεύτερος γάμος της θεωρείται σχεδόν έγκλημα» (1159Γ΄, σ. 62):
Χήρα κάθεται στην πόρτα και μακροκλωνάει τη ρόκα
Πέρασ’ ένας, πέρασ’ άλλος, πέρασ’ ένας αργολάβος.
-Χήρα, θέλεις να ’ρθω βράδυ, βάλε λάδι στο λυχνάρι
Και αποκοίμισ’ τα παιδιά σου στη δεξιά μεριά κοντά σου.
Και εκείνη η παλιορόκα τ’ αποκοίμισε στην πόρτα.
Πάει κι ο νιος να μπει το βράδυ, τα πατάει στο κεφάλι.
Σκούζουν, κλαίνε τα καημένα, τα κεφαλοπατημένα.
-Κλέφτες, μάνα, μας πατήσαν, τα κεφάλια μας ελιώσαν.
-Κλέφτες είναι, μη σκιαχτείτε, πάτε ν’ αποκοιμηθείτε
Γρήγορα να ξεραθείτε.
Κάποιες φορές τα σατιρικά τραγούδια περιείχαν τολμηρά υπονοούμενα (ή και πιο φανερές αναφορές), γι’ αυτό και κατατάσσονταν από τους λαογράφους στην κατηγορία των «άσεμνων». Στο παρακάτω τραγούδι από τον Αετό Τριφυλίας, από τη συλλογή της Δήμητρας Πουλίτση, που συγκεντρώθηκε τις παραμονές του Ελληνοϊταλικού Πολέμου (1940), στο επίκεντρο της σάτιρας μπαίνει μια νεαρή κοπέλα, που αρνείται να πάρει τον εκλεκτό της οικογένειάς της:
-Παναγιώτα, πάρ’ τον Πέτρο, για θα σκοτωθούμε φέτο.
-Δεν τον παίρνω το μαρούλι και να σκοτωθούμε ούλοι.
-Παναγιώτα, στο θεό σου, θα μας πάρεις στο λαιμό σου.
-Παναγιώτα, Παναγιώτα, έλα ’πως ερχόσουν πρώτα.
-Παναγιώτα, στο θεό σου, τι είν’ αυτό που ’χεις εμπρός σου;
Τραγούδια με πιο έκδηλα άσεμνο περιεχόμενο καταγράφονται στη Μεσσηνία και στη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Ελλάδα, που προσπαθεί να ξαναβρεί τον βηματισμό της. Σε ένα τραγούδι από τα χωριά της Πύλου, που συγκέντρωσε η Ιωάννα Ασημακοπούλου (1953), εντοπίζουμε τον απόηχο του γνωστού τραγουδιού των καλογέρων που προσπαθούν να τρίψουν το πιπέρι. Η συλλογέας σημειώνει ότι «στο Κυνηγού, όταν πλησιάζει να νυχτώσει, την Καθαρή Δευτέρα, χορεύουν όλοι μαζί ένα σατυρικό χορό (το χορό της ατσιγγάνας)». Εδώ η επιλεκτική χρήση του χαρακτήρα της «ατσιγγάνας» ίσως προτάσσεται για λόγους προστασίας της τοπικής κοινωνίας και των περίφημων «χρηστών ηθών» της εποχής:
Την τσίμπησα στο μάγουλο και μ’ έστειλε στο διάβολο.
Και μου λέγει, παρακάτω, βρε στραβέ, ανάθεμά το.
Την έπιασα στον αφαλό, μυρίζει από γαρύφαλλο.
Και μου λέγει, παρακάτω, βρε στραβέ, ανάθεμά το.
Την έπιασα στα δυο μεριά, σκούζει, φωνάζει: κερατά!
Θα κλείσουμε με μια πιο τολμηρή καταγραφή της Μ. Τσάκωνα από το ιστορικό Μανιάκι (1944), όπου με αφορμή την αιώνια κουμπάρα, περιγράφονται κάπως συγκεκαλυμένα κάποιες ανατομικές λεπτομέρειες του γυναικείου σώματος:
Να σου ειπώ, κουμπάρα μ’ Νούλα
Να σου ειπώ ένα τραγουδάκι, όμορφο και μικρουλάκι.
Το μ…κι, το μ…κι
Π’ όντας περπατεί μασάει κι όντας κάθεται γελάει,
Κι όντας μπαίνει στο χορό αναδίνει το κακό,
Αναδίνει η τρίχα του, θεραπεύει η τρύπα του.
Το τελευταίο τραγούδι (όπως και ότι προηγήθηκε) πρέπει να ενταχθεί και να διαβαστεί στο πλαίσιο των αυστηρών ηθών της εποχής, που περιλάμβανε την προστασία της αγνότητας των ανύπανδρων κοριτσιών αλλά και τον προδιαγεγραμμένο γάμο για τους άνδρες. Γι’ αυτό και τα σατιρικά βέλη των τοπικών κοινωνιών κατευθύνονταν στα μεγαλύτερα ηλιακά μέλη που είχαν «εκπληρώσει» τις στοιχειώδεις κοινωνικές και προσωπικές υποχρεώσεις τους (κυρίως μέσω του γάμου και της τεκνογονίας) και βρίσκονταν σε μια ιδιότυπη κοινωνική «απομαχία» (χήρες, γριές κλπ.). Ούτως ή άλλως, τα γλέντια και τα πειράγματα σταματούσαν απότομα μετά την Καθαρά Δευτέρα και την έναρξη της νηστείας, για να επιστρέψουν μετά από ένα ολόκληρο χρόνο.
Καλή Αποκριά!
[1] Βλ. την αναδημοσίευσή του στην εφημ. Αρκαδικός Τύπος (Τρίπολη), 5 Αυγούστου 1924, σ. 2.
[2] Κώστας Πασαγιάνης, Μανιάτικα μοιρολόγια και τραγούδια, Αθήνα: Ι. Ν. Σιδέρης, 1928, σ. 152-3.
[3] Samuel Baud-Bovy, Δοκίμιο για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, Ναύπλιο: Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, 1984, σ. 28.
[4] Γ. Ταρσούλη, Μωραΐτικα Τραγούδια, Κορώνης και Μεθώνης, Αθήνα: Εστία, 1944, σ. 194.
[5] Η Βαγγελιώ στα νιάτα της διηύθυνε «το αξιολογότερο Χάνι κι ήταν ο πιο επιδέξιος πεταλωτής του καιρού της». Βλ. Φώτη Λίτσα, Κορώνη: Η προσωπογραφία μιας πολιτείας, Αθήνα: Σύνδεσμος των απανταχού Κορωναίων, 1983, σ. 29-30.
Αποκριάτικα έθιμα και τραγούδια της προπολεμικής Κορώνης από τη συλλογή της Γεωργίας Ταρσούλη (1938-9)
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004