Κουράστηκα να σε κρατώ, πόνε αψύ, κοντά μου,
καιρός ν’ απελευθερωθώ απ’ τους πικρούς καημούς,
στους τέσσερις ορίζοντες ν’ απλώσω τα φτερά μου
να γίνω λάμψη αστραπής, διαυγής, καθάριος νους.
Ό,τι ζαλίκι ασήκωτο τις πλάτες μου βαραίνει
να τ’ απιθώσω, σκέφτομαι, σε βράχου ακουμπησιά
κι έπειτα πλέον λεύτερος, ψυχή αναστημένη,
τη στράτα μου να περπατώ χωρίς απελπισιά.
Δον κιχώτες της ποίησης
Μια τέτοια περίπτωση είναι και ο Μεσσήνιος ποιητής Νίκος Χαϊδεμένος, άνθρωπος αληθινής ευγένειας και ευαισθησίας, που όποτε τον συναντώ απολαμβάνω την κουβέντα μαζί του.
Κάποια από τα ποιήματά του είναι διαμαντάκια μέσα στην κλασική φόρμα της ομοιοκαταληξίας.
Μου θυμίζουν την τρανταχτή ειλικρίνεια της ποίησης της Πολυδούρη, την αγωνία της ύπαρξης, την ανθρώπινη συναισθηματική κραυγή που πολλές φορές σε συγκλονίζει.
Μοιάζω σαν ένα πίνακα κάποιου άγνωστου ζωγράφου
που ναι σε μια έκθεση μ’ άλλους πολλούς μαζί
και έχει γραφτεί επάνω του η όψη ενός τάφου
που κλείνει εντός του ένα κορμί που τώρα πια δεν ζει…
Κι όλοι αυτοί οι πίνακες με τις άλλες παραστάσεις
στα μάτια φιγουράρουνε του δύσκολου κοινού
που όλο γνώμες συζητά και παίρνει αποφάσεις,
ζητώντας να βρει σύμπλεγμα ωραίου, χαρωπού.
Αφού μετά από τις κρίσεις του που μοιάζουν παραμύθι
βγαίνει η στερνή απόφαση, «ποιον θες», «αυτόν εκεί».
άσπρη ετικέτα βάζουνε που γράφει «επωλήθη»
χωρίς και εμέ που καρτερώ, κανένας να με δει.
Έτσι είναι πάντα το κοινό σε τούτο τον αιώνα
ζητά να εύρει τη χαρά, ψάχνει να βρει το φως
κι εγώ, που μέσα μου θανάτου έχω χειμώνα
σε μια γωνιά απούλητος θα μείνω μοναχός.
Ο Νικόλαος Χαϊδεμένος (αν και γράφει και ελεύθερο στίχο) επιμένει όμως περισσότερο σε μια ποίηση που έρχεται από το παρελθόν, ρυθμική, συχνά ομοιοκατάληκτη, με τα απαραίτητα στοιχεία της μουσικότητας, που οδηγούν με ευκολία σε μια μελωδική διάσταση. Έτσι τα περισσότερα ποιήματά του θα μπορούσαν να γίνουν και υπέροχα τραγούδια.
…Τα σπόρια της αγάπης που είχα ρίξει
και ήλπιζα μια μέρα να φυτρώσουν
ο τσιμεντένιος τοίχος τα έχει πνίξει,
κι ούτε θ’ ανθίσουν, ούτε θα ριζώσουν.
Θα μείνεις μια ανάμνηση μοιραία,
στην σκέψη σου, δεν ξέρω εγώ αν μείνω,
εσύ θα είσαι μια μορφή ωραία,
κι εγώ, ένα καντήλι π’ αργοσβήνω.
Κι έτσι, απ’ της ζωής την καταιγίδα,
πικρός, φαρμακωμένος, βγαίνει ο στίχος
την ομορφιά του έρωτα δεν είδα
τι είναι η ζωή μου, τσακισμένος τοίχος…
Αξιοσημείωτη είναι η μεγάλη βιβλιοθήκη που διαθέτει με εκατοντάδες ποιητικά βιβλία αγνώστων και ξεχασμένων ποιητών σε παλιές εκδόσεις, που τα έχει βρει έπειτα από ατέλειωτες ώρες ψαξίματος σε βιβλιοπωλεία, πραγματικά στολίδια της Ελληνικής λογοτεχνίας. Ενδεικτικά αναφέρω ποιητές/πεζογράφοι που κοσμούν την βιβλιοθήκη του όπως ο Χαράλαμπος Παπαντωνίου (αδελφός του Ζαχαρία), Ο Κώστας Καρκαβίτσας (ο μικρότερος αδελφός του Αντρέα), Κώστας Κατσαρός (αδελφός του Μιχάλη), Λέανδρος Παλαμάς (γιος του Κώστα Παλαμά), ποιήματα του γνωστού κινηματογραφιστή Κώστα Καραγιάννη, του σκηνοθέτη Λάσκου Ορέστη. Ακολουθούν Θεμιστοκλής και Γεώργιος Αθάνας- Αθανασιάδης, η Σωσώ Βενετσάνου, ο Ζώης Μάναρης, ο Πέτρος Πετρής, ο Στάμος Μπράνιας, ο Πάνος Τζελέπης, ο Ιωάννης Πετρουνάκος, η Κλάρα Πλάκα, ο Σταμάτης Σταματίου (γνωστός ως Σταμ- Σταμ), ο Τυμφρηστός και εκατοντάδες άλλοι.
Στην κατοχή του έχει ακόμα δέκα βαλίτσες γεμάτες ποιητικά σπάνια βιβλία έτοιμες που σε περιμένουν να ταξιδέψεις σε άγνωστους και σπουδαίους ποιητές, να σε ταξιδέψουν στο ατέλειωτο ποιητικό σύμπαν της Ελληνικής λογοτεχνίας.
Ο Νικόλαος Χαϊδεμένος, ένας άνθρωπος που ζει ήσυχα, μέσα στα ταξίδια των βιβλίων του, σχεδόν μοναχικά, μακριά από τη λαχτάρα της δημοσιότητας και τον θόρυβο της διάκρισης. Η μοναχικότητα και η ταπεινή παρουσία (όταν είναι αυθεντικές) οδηγούν στον στοχασμό, εμβαθύνουν την ύπαρξη και τη δημιουργική σκέψη.
Γιατί η προσωπική και κοινωνική παρουσία σου αρκετές φορές καθρεφτίζει και την ποιητική σου γλώσσα, τη λογοτεχνική σου φόρμα, το ψυχοδιανοητικό σου στίγμα. Η ανθρώπινη φυσική παρουσία και επικοινωνία που έχει ένας ποιητής, δείχνει και τα καθρεφτίσματα της λογοτεχνικής δημιουργίας του.
Έτσι, όταν γνωρίσεις τον Χαϊδεμένο ως άνθρωπο, νιώθεις ότι είναι κοντά σε αυτά που γράφει, η ενέργεια του εαυτού του είναι η ενέργεια που εκπέμπει η ποιητική του τέχνη και το αντίστροφο.
Ο Χαϊδεμένος σου δίνει την πεποίθηση ότι είναι ένας άνθρωπος αυθεντικός, πηγαίος, πληγωμένος και δυνατός ταυτόχρονα. Έτσι είναι και η ποίησή του.
Είναι μια ποίηση αληθινή, πονεμένη, στοργική, σαν απαλή μουσική που σε γεμίζει χαρμολύπη, όπου το υπαρξιακό, το ρεαλιστικό και ερωτικό στοιχείο συνυπάρχουν.
Την ομορφιά σου, δεν μπορεί να περιγράψει ο στίχος
κι ούτε ο ζωγράφος δεν μπορεί να απαθανατίσει.
Και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ τη νιώθω εντός μου ίσως
δίχως να είμαι ποιητής τρανός ή να ’χω ζωγραφίσει.
Ο Χαϊδεμένος δεν είναι αποκομμένος από την καθημερινή ζωή. Ζει μέσα σ’ έναν δύσκολο κόσμο, πολλές φορές σκληρό και αβυσσαλέο, αλλά που διατηρεί την ελπίδα, την ευαισθησία, το όνειρο και τον ρομαντισμό.
Η αυθεντικότητα του στίχου του έχει ένταση, πνευματική διάσταση, εσωτερική αναζήτηση και κριτική σκέψη για το βαθύτερο νόημα της ζωής και του κόσμου.
Θεέ μου, γέρασες πολύ, και δεν μπορείς να δεις
την τόση φρίκη που χτυπά ετούτον τον πλανήτη
τη φτώχεια, την αρρώστια, τη θλίψη της ψυχής,
τον πόλεμο που άδικα κλείνει τ’ άλλου το σπίτι.
Θεέ μου, γέρασες πολύ, φαίνεται δεν ακούς
τα κλάματα, τα βογκητά, τις βόμβες, τα κανόνια,
στον ουρανό Σου κάθεσαι, σεβάσμιος ως παππούς
κι ολόγυρά Σου οι άγγελοι πετούν σαν χελιδόνια.
Θεέ μου, γέρασες πολύ, κι ίσως να μην μπορείς
να οσφρανθείς τη μυρωδιά της βρώμικης καρδιάς μας,
το άδικο που κουβαλά μέσα του ο καθείς
και δέρνει τόσες γενεές το στίγμα της απονιάς μας.
Θεέ μου, γέρασες πολύ, ψηλά στους ουρανούς,
εκτός και αν βαρέθηκες τα ίδια και τα ίδια
κι αφού δεν μετανιώνουμε, είπες σαν Άγιος Νους
– Αφήστε τούτη δω τη γη, να πάει ... στα τσακίδια!
Είναι μια ποίηση προσωπική, σχεδόν βιωματική, που αποφεύγει τις φιοριτούρες και την επιτήδευση, που συνομιλεί με τον εσωτερικό εαυτό του ποιητή, αλλά και με την ψυχή του κάθε αναγνώστη.
Είναι μια ποίηση στιχουργική και ανθρωποκεντρική, συναισθηματική, τρυφερή, που στην ουσία ψάχνει την αγάπη, την ισορροπία, το φως της ύπαρξης.
Είναι μια ποίηση ευγενική (όπως ο ίδιος), με τη μελαγχολία απαραίτητη, που σηκώνει τα βάρη του κόσμου, που αναζητά την εσωτερική λύτρωση και ως φυγάς επιθυμεί να κατοικήσει έναν πιο δίκαιο χρονότοπο.
Έχω μέσα στο αίμα μου την τάση της φυγής
γι’ αυτό κι όλο ζητώ να φύγω
δεν με χωρούν τα μυθικά παλάτια αυτής της γης
νέους ορίζοντες να ξανοίγω.
Κάτω από τους πολυέλαιους, τα φώτα τα λαμπρά
τα πάντα εντός μου σκοτεινιάζουν,
τα κρύσταλλα ραγίζονται και γίνονται θαμπά
και χίλια δυο κομμάτια σπάζουν.
Γέμισε τζαμοκρύσταλλα σπασμένα αυτής η γης
και δεν μπορώ πια να τα πατήσω.
Κι έτσι, αφού στο αίμα μου μια τάση έχω φυγής
αλλού ζητώ εγώ να κατοικήσω.
Ένας από τους πολύ καλούς εκφραστές της στιχουργικής ποίησης στην πόλη της Καλαμάτας, ο Χαϊδεμένος Νικόλαος, καβαλικεύει τον πόνο της ύπαρξής του και με το κοντάρι της σεμνότητάς του μοιάζει σαν ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης, που μοναχικά και τίμια αναμετριέται με τους ανεμόμυλους της γήινης αυταπάτης.
Προχωράει στο δικό του ταξίδι του βίου και της τέχνης του, σιωπηλά και αθόρυβα, όπως ζει, πολεμώντας το σκοτάδι του και το σκοτάδι του κόσμου, στραμμένος προς το φως.
Στο φως εκείνο της ποίησης που τόσο τον λυτρώνει και που τόσο αγαπά, ώστε ως επιστέγασμα αυτού του αφιερώματος, να αφιερώνει ο ίδιος (σαν ένας πια αληθινός «Δον Κιχώτης» του στίχου) στην «Δουλστινέα» Ποίησή του τα παρακάτω λόγια:
Ω ποίηση
Γλυκιά Μητέρα
του ανθρώπινου πνεύματος…
Είσαι το ωραιότερο νέκταρ
που μεθάει την ψυχή
με αποστάγματα αγριολούλουδων,
πνοή θαλάσσης, θαλπωρή ηλίου
και έναστρου ουρανού!
Ποίηση, γλυκιά Μητέρα, τι να πω για Σένα;
Οι φτωχές ταπεινές μου λέξεις
δε φτάνουν ούτε για να υμνήσουν
μια κουκκίδα από το εύρος Σου!
Ταπεινοί υπηρέτες ιερουργούν
στον ναό Σου,
εκατομμύρια άνθρωποι...
εκατομμύρια εραστές
της τεράστιας οντότητάς Σου!
Δέξου και τα δικά μου
ψίχουλα ευχαριστίας,
που βγαίνουν μέσα από μία καρδιά
που φλέγεται από αιώνιο έρωτα προς Σε!
Δέξου ένα ταπεινό παιδί Σου,
και βάλε το στην πιο απόμακρη γωνιά
του Παραδείσου Σου.
Γλυκιά Μητέρα, Ποίηση!
…Κι όταν θα σβήσω, για το αιώνιο ταξίδι
μου στο Επέκεινα,
θέλω πάλι να ξαναβρώ τη λύρα Σου,
την ομορφιά Σου, την αγνότητά Σου!
Σ’ ευχαριστώ
Ω, ποίηση που με ξενάγησες
στους γήινους παραμυθένιους ανθόκηπους
της Ύπαρξής Σου!
***
Διαβάσατε στίχους από τα ποιήματά του:
Ο ΤΟΙΧΟΣ
Ο ΠΙΝΑΚΑΣ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΤΟ ΡΟΥΧΟ
ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΣΟΥ
ΤΑΣΗ ΦΥΓΗΣ
ΘΕΕ ΜΟΥ, ΓΕΡΑΣΕΣ ΠΟΛΥ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Νικόλαος Χαϊδεμένος γεννήθηκε στην Καλαμάτα στις 29/1/1957. Από μικρός ασχολήθηκε με την λογοτεχνία και ιδιαίτερα με την ποίηση. Απόφοιτος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Ναυπλίου το 1977, εργάστηκε σε διάφορα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών. Μονιμοποιήθηκε το 2000 στην Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων Αναβύσσου, όπου εργάστηκε μέχρι το 2008, οπότε πήρε μετάταξη στην Καλαμάτα και εργάστηκε ως Δημοτικός Υπάλληλος στον Δήμο Καλαμάτας μέχρι το 2024, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Με τη λογοτεχνία ασχολείται από μικρός, έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, τόσο στην Καλαμάτα όσο και στην Αθήνα, όπως στο «Λογοτεχνικό Στάδιο», στην «Έκφραση» στη «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» και αλλού. Το 1992 βραβεύτηκε με έπαινο από το περιοδικό «Λογοτεχνικό Στάδιο», για το ποίημά του «Ο πίνακας».
Είναι μέλος της Ένωσης Μεσσήνιων Συγγραφέων.
Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Βασίλης Καβανίδης: “Ο Χατζηδάκις των Ανθρώπων”
Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Θανάσης Παντές, ο ξένοιαστος καβαλάρης
Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Θύμιος Γεωργόπουλος
Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Χαίρε Ηλία από την «Αλ-αγωνία»
Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Αγγελική Ψακή – Κωβαίου
Αναζητώντας τους άγνωστους ποιητές: Στέλιος Σταυράκης - "Της πεταλούδας μάγια τα ομορφαίνουν"
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004