Παρευρέθησαν μάλιστα ακόμα και όσοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν δικαιολογημένοι που έλειπαν.
Αλλωστε στην ουσία η πρόσκληση της γηραιάς αρχόντισσας έμοιαζε με εντολή και δεν σήκωνε αντιρρήσεις.
Η Βακτριανή και ο Ακίνδυνος έκαναν αισθητή την παρουσία τους, και ο Τιμολέων βεβαίως, ο οποίος είχε επιστρέψει από τη Θεσσαλονίκη και μάλιστα νωρίτερα από τον γράφοντα, ο οποίος είχε πάει με την Τζένη Εμπέρογλου στο εξοχικό της οικογένειάς της στη Λεπτοκαρυά.
Εκεί, για άλλη μια φορά, μια επίσκεψη στο εξοχικό της Λεπτοκαρυάς αποδεικνυόταν ενδιαφέρουσα και από άποψη ερευνητική, αφού ο γράφων ανακάλυψε και το δεύτερο υπόγειο του εξοχικού, στο οποίο ο αείμνηστος σύζυγος της Τζένης, Μάξιμος, είχε αφήσει αρχειακό υλικό σε ένα μπαούλο σκεπασμένο με ένα χαλί, που από καιρό πλέον είχε το μαύρο του το χάλι.
Το μπαούλο που έμοιαζε με σεντούκι, με τα σκαλίσματα που είχε, ήταν κλειδωμένο και αυτό έξαψε ακόμα περισσότερο την περιέργεια του γράφοντος και αφού κλειδί δεν βρέθηκε αναγκάστηκε με την Τζένη να σπάσουν την κλειδαριά.
Το περιεχόμενο του μπαούλου ήταν αποκαλυπτικό και άξιζε τον κόπο η παραβίασή του.
Το αρχειακό υλικό στο μπαούλο άνοιξε δρόμους για περαιτέρω έρευνες με τα στοιχεία που ο γράφων εντόπισε από μια γρήγορη ματιά που του έριξε.
Δεν ασχολήθηκε ωστόσο περισσότερο γιατί τα συνεχή μηνύματα από την Αίγινα τον ανάγκασαν να επιστρέψει σ’ αυτήν άμεσα.
Οι εξελίξεις έτρεχαν και ο γράφων συνειδητοποιούσε πως τον ξεπερνούσαν και αν ήθελε να παραμείνει στην τροχιά τους θα χρειαζόταν να προσαρμοστεί. Ανάμεσα στα μηνύματα που είχε λάβει ένα τον ξάφνιασε ιδιαίτερα.
Ήταν το μήνυμα της Μπέμπας Μανεστράκου.
-ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ-
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004