Ωστόσο αυτή η λάμψη ποτέ δεν την κέρδισε οριστικά και φρόντιζε συχνά να δραπευτεί προς τα αγαπημένα της σκοτάδια, δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό της αλλοπαρμένης, που ο περίγυρός της της είχε δώσει.
Όσο για το όνομά της, προφανώς και δεν της είχε δοθεί τυχαία.
Μέλος του αποκαλούμενου “Θιάσου”, η εμφάνισή της στην Αίγινα δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη και το ήξερε.
Και φυσικά δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε από τον γράφοντα, που γνωρίζοντάς την διαπίστωσε πως η Σκοτοδίνη αρεσκόταν να θεωρείται μυστηριώδης και συχνά το προκαλούσε κιόλας με τη συμπεριφορά της
Σε μια τέτοια κατάσταση τη βρήκε ο γράφων στην αρχειοθήκη-βιβλιοθήκη του Ιάσωνα Γουηβέριου να συναγελάζεται με τον Σώζοντα Γουηβέριο, πίνοντας ακατάπαυστα.
Μαζί τους ήδη μεθυσμένος βρισκόταν και ο κόμης Λάου Λάου, ο οποίος είχε πλέον βυθιστεί σε βαθύ ύπνο και μάλιστα με έντονο ροχαλητό.
Ο Σώζων ήταν ζαλισμένος αλλά όχι τόσο ώστε να μην ελέγχει τον εαυτό του, ενώ τα χέρια του ταξίδευαν στο κορμί της Σκοτοδίνης που μάλλον δεν καταλάβαινε τι ακριβώς γινόταν
Λίγο πριν βυθιστεί στον λήθαργό της ο γράφων την άκουσε να λέει για το μυστικό των Πλήξμπουργκ που γνώριζε η Μειλίχια Αζαλάρ και με το οποίο θα μπορούσε να εκβιάζει τους Γουηβέριους αν…
Πάνω σε αυτό το αν ήταν που τελικά αποκοιμήθηκε.
-ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ-
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004