ECO BAT
Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2026 15:34

Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Μανώλης Καρακαϊδός - Ο Ιθωμάτας των Κοντοβουνίων

Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Μανώλης Καρακαϊδός - Ο Ιθωμάτας των Κοντοβουνίων

Του Βασιλείου Ρ.Φλώρου  

Ο Ιθωμάτας Μανώλης Καρακαϊδός είναι ένας αρχοντικός τύπος ανθρώπου, γεμάτος όρεξη για ζωή. Γεννημένος στο Μαγγανιακό Μεσσηνίας. Μεγαλωμένος μέσα στα αμπέλια και τις ελιές, στα πουρνάρια και στα σφαλάχτρια, στις βουνοκορφές και στις ρεματιές!

 

Εξερευνητής του λόγγου και του λόγου. Υμνητής της βιωματικής ζωής ενός άλλου καιρού, χορευτής παραδοσιακών τρόπων και ριζωμάτων, κυνηγός ωραίων στιγμών, ποιητής της φύσης και της ζωής.

Βίωσε τον κόσμο και τον εξερεύνησε γύρω από τον ιερό τόπο της Αρχαίας Μεσσήνης. Εκατοντάδες φορές περπάτησε στα μονοπάτια γύρω από το βουνό Βουλκάνο της Αρχαίας Μεσσήνης, είδε πανσελήνους και τον λαμπρό ήλιο στην Ανατολή και στο βασίλεμά του εκεί ψηλά στο βουνό που τόσο αγαπούσε και προστάτευε. Στο Βουλκάνο, δίπλα από το ιερό του Δία. Έτσι πήρε και το προσωνύμιο Ιθωμάτας, όπως ο Δίας που ήταν προστάτης της Αρχαίας Ιθώμης.

Εξαίρετος φυσιοδίφης, με γνώσεις στο μάζεμα των άγριων μανιταριών, χόρτων, σπαραγγιών, καθώς επίσης και άγριων φυτών και ανθών ως αφεψήματα ή που κάνουν καλό σε διάφορες παθήσεις του σώματος. Ποιητής της φύσης και της ζωής, ερασιτέχνης ηθοποιός αλλά και συγγραφέας δύο βιβλίων «Στου Μαλλιαρού το δέντρο», «Φλεγόμενα κεράσια» και ενός θεατρικού έργου για την ξενιτιά, «Ο θείος από την Αυστραλία» όπου το σκηνοθέτησε και ανέβασε στην Καλαμάτα.

 

Έχει μια ενέργεια που τη μεταφέρει από τις αρχέγονες ρίζες της παράδοσης, αρχίζοντας σχεδόν κυριολεκτικά από τις ρίζες συγκεκριμένων βοτάνων έως τις ρίζες του δημοτικού τραγουδιού.

Ο Μανώλης Ιθωμάτας τραγουδάει υπέροχα τραγούδα της τάβλας και γράφει ποιήματα κοντά στο δεκαπεντασύλλαβο. Έτσι ζει στις ρίζες μιας προφορικής παράδοσης, αλλά και στις λογοτεχνικές ρίζες της γραφής και της ποιητικής τέχνης.

Σημειώνω ότι όποτε μπορούσε δεν έλειπε από τα καλά πανηγύρια στα χωριά, γύρω από τα Κοντοβούνια της Άνω Μεσσηνίας και ιδιαίτερα από το πανηγύρι του χωριού μου, Παλαιοκάστρου (Ξηροκάσι), όπου αφού χαιρετούσε ένθερμα τους γνωστούς, συγγενείς και φίλους του, καθόταν απόμερα, αποτραβηγμένα στο δικό του τραπεζάκι και σαν Ιθωμάτας Δίας  «τήραγε» με τη λοξή ματιά του την πανήγυρη, πίνοντας το κρασί του σκεπτόμενος τα δρώμενα του κόσμου. Σκεπτόμενος τις παλιές ιστορίες του τόπου που έζησε και μεγάλωσε, τους ανθρώπους που είδε και που έζησε μαζί τους, τη βιωματική ιστορία μιας εποχής που πέρασε.

Να σας πω μια ιστορία

κάπως λίγο απ’ τα παλιά

που τζομπαναρέοι βόσκαν

γίδια πρόβατα πολλά.

 

Στους ευαίσθητους ανθρώπους

θέλω ν’ απολογηθώ

για να βγάλω την οργή μου

χρόνια τώρα την κρατώ.

 

Βουνά μου και ραχούλες μου

σταθήτε στο πλευρό μου

και δώστε μου απόκριση

στο (μ)πόνο το δικό μου.

 

Εσάς να βλέπω την αυγή

στα χρυσαφιά ντυμένα

που κρύβετε στον κόρφο σας

θάματα μυρωμένα.

 

Γεννήθηκε από μια αγροτική οικογένεια στο ΜαγΓανιακό  του Δήμου Μεσσήνης. «Ένιωσα την φτώχια και την πείνα στο πετσί μου κυριολεκτικά. Για να επιζήσω το καλοκαίρι έτρωγα απίδια, σύκα και φραγκόσυκα και το Χειμώνα χόρτα, βλαστάρια και μια μπουκιά ψωμί όποτε είχαμε. Ήθελα να σπουδάσω αλλά δεν γινότανε! Είχα μόνο ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια. Έτσι πήγαινα ξυπόλυτος στο γυμνάσιο της Ανδρούσας, μία ώρα χωμάτινος  δρόμος, και έβαζα τα παπούτσια πριν μπω στην αίθουσα για να μην χαλάσουν»!

Στο βιβλίο του «Φλεγόμενα κεράσια» μας δίνει σαν κινηματογραφιστής τα πλάνα της παλιάς εποχής. Εκεί που έζησε τα παιδικά του χρόνια στο χωριό του και στα γύρω χωριά. Εκεί ο ήρωας του βιβλίου του, ο Γιωργής, (που στην ουσία είναι ο ίδιος) μάθαινε τις δυσκολίες της αγροτικής ζωής, αλλά και τα πρώτα γράμματα στο σχολείο του.

«Σαν πήγαινε σκολειό ο Γιωργής, την εποχή του πενήντα... κει στο χωριό του, δημοτικό εξατάξιο μονοθέσιο, μ’ έναν δάσκαλο για εβδομήντα και... παιδιά.

Πριν πάνε στο σχολείο έπρεπε ο κάθε μαθητής να φέρνει κι ένα κουτσουράκι για την ξυλόσομπα πούχαν στο έμπα της αίθουσας διαδασκαλίας. Τι σόμπα δηλαδή, σαράβαλο, να στάνε τα μπουριά της από παντού. Και βάρδα να μη φυσούσε βοριάς. Όλη η κάπνα ερχόταν μέσα στην αίθουσα ντουμάνι. Τα παιδιά βγαίνανε όξω για να μη σκάσουν. Κι έτσι τρώγανε το κρύο της αρκούδας, με τα περισσότερα ξυπόλυτα και ρακένδυτα. Δουλειές της καπνιάς δηλαδή.

Να τρεμοκουκουράνε και να βαράνε τα σαγόνια τους σαν αμορτεσέρια.

Ούλες οι τάξεις μια αίθουσα. Στα πρώτα θρανία τα ξεπεταρούδια της πρώτης, πίσω τους η δευτέρα – τρίτη – τετάρτη – πέμπτη, και θρανία της έκτης και πριτς Μάρτη μου...».

Ο Μανώλης Ιθωμάτας είναι ένας βιωματικός λογοτέχνης. Ένας φωτογράφος του χωριού και της υπαίθρου, που αποτυπώνει στην τέχνη του την ίδια την ποιητικότητα της φύσης με τους ιδιωματισμούς της γλώσσας σε μια προσωπική και αυτοδίδακτη εξερεύνηση. Σκιαγραφώντας έναν ξεχασμένο κόσμο που έζησε στις ψηλές κορυφές και στις πράσινες πλαγιές.

Εκεί, στη δεκαετία του ’50, με όλα τα κοινωνικοπολιτικά στοιχεία της εποχής, τότε που η ελληνική ύπαιθρος έσφυζε από ζωή, από καλλιέργειες, ποικιλίες δέντρων, εκατοντάδες είδη ζώων και πουλιών, από χιλιάδες ανθρώπους που έψαχναν τη μοίρα τους και είχαν την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο.

Είναι ένας βιωματικός ποιητής των βουνών.

 

Κάτσε και τήρα τα βουνά στην πρωινή αυγούλα

αχνίζουν και σε χαιρετούν γύρω με τη δροσούλα,

 

και τ’ αεράκι που φυσά χαϊδεύει τα μαλλιά σου,

με του βουνού τ’ αρώματα μεθίζουν την καρδιά σου.

 

Ποια άνοιξη σε καρτερεί και ποιο το καλοκαίρι

Και ποιο πουλί θα τραγουδεί για σένα που δε ξέρει.

 

Νανούρισμα σαν τ’ Απριλιού τη νύχτα μες το ρέμα

Που στα δασιά πλατάνια του αηδόνια μεθυσμένα.

 

Στη μέθη κει του έρωτα, πηδάνε τα τριζόνια

κοάσματα οι βάτραχοι στις λίμνες στα περβόλια.

 

Ο σφάλαχτρος και πάλιουρας πιαστήκανε στα χέρια

το ποιος είν’ ομορφότερος στης πλάσης τα λημέρια.

 

Οι κουτσουπιές σε χαιρετούν μαζί με τα ροδάμια

στ’ αλώνι να χορέψετε με τ’ άλλα παλικάρια.

 

Μου θυμίζουν τα γραφόμενά του πολλές φορές στίχους παλαιότερων ποιητών, που ύμνησαν τη φύση, όπως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Κώστας Κρυστάλλης, αλλά και τον Παλαμά στο «τραγούδι» των βουνών:

«Βουνά ψηλά, βουνά σκιερά,

βουνά γυμνά, βουνά πρασινισμένα,

μικρός αν είμαι, αισθήματα τρανά

γεννάτε μέσα μου και ταιριασμένα.

 

Μιας εποχής πανάρχαιας, μιας χρυσής,

σβηστής, με τρώγ’ η ενθύμηση κι η ελπίδα

μου φαίνεται, βουνά, πως είστε εσείς

η πρώτη και η μεγάλη μου πατρίδα».

 

Αυτή είναι πραγματικά η μεγάλη πατρίδα του Μανώλη Καρακαϊδού, του Ιθωμάτα. Τα βουνά του, προεξάρχοντος  του ιερού Βουλκάνου και έπειτα τα Κοντοβούνια της ευρύτερης περιοχής.

Μια πατρίδα, που όταν ενηλικιώθηκε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει και να γίνει μετανάστης...

Μια ύπαιθρος που αργότερα, με τη μετανάστευση των ανθρώπων (κυρίως σε Αυστραλία, Καναδά, Αμερική, Γερμανία) μετατράπηκε σε ένα σκηνικό ερήμωσης, αποχωρισμού από τις ρίζες.

Βέβαια η Φύση παρέμενε ως πλαίσιο ομορφιάς και λάμψης, αλλά η κοινωνική πραγματικότητα με τον πόλεμο και τον εμφύλιο ως ιστορικό δράμα είχε ακόμα τις πληγές ανοιχτές.

Τα περήφανα και λαμπερά βουνά δεν καθρεφτίζονταν πάντα σε περήφανους και λαμπρούς ανθρώπους.

Η μετανάστευση πλήγωσε την ύπαιθρο και τις ψυχές των ανθρώπων, δημιουργώντας βαθιά τραύματα και σε αυτούς που έφυγαν, αλλά και σε όσους έμειναν πίσω.

Το 1962-63 πήγε και αυτός μετανάστης στην Αυστραλία, μέσα από τα κλάματα και τα λόγια μιας κοπελιάς που τότε τον αγαπούσε και αργότερα αυτή την εμπειρία την αποτύπωσε από την ψυχή του στο χαρτί:  

 

«Μου ’πες ... Μη φεύγεις από με Γιωργή

και κάτσε στην Ελλάδα

κι αν θάρθουν βαρυχειμωνιές

εγώ με, και συ αντάμα.

 

Κάτσε να φτιάξουμε φωλιά

ζεστή σαν τα φιλιά μας

να ζευγαρώνουμε τα δυο

με τα όνειρατά μας.

 

Μην τη φοβάσαι τη ζωή

μη θέλεις περιπέτειες.

Εμείς δεν θέλουμε πολλά

δεν θα γενούμε κλέφτες.

 

Ας τους αγέρες να φυσάν

εμάς δεν θα μας πάρουν

θα σε κρατώ, θα με κρατάς

και δε θα μας τουμπάρουν.

 

Όποια φουρτούνα κι αν θα ’ρθει

απ’ του πελάου κύμα

θα την περάσουμε μαζί

και θε να βρούμε πρίμα».

 

Να θυμάται και τη μάνα του που τον ξεπροβόδιζε δακρυσμένη. Είναι η ίδια μάνα του Γιωργή με όλες οι μανάδες της εποχής εκείνης, που αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους για τα ξένα και κάποιες πίστευαν ότι δεν θα τα έβλεπαν ποτέ.

 

«– Πάψε Μάνα. Σύχασε Μαάνα... φτάνει πλια... Είν’ ώρα να παγαίνω. .. Οι άλλοι περμένουνε... Έλα να σε φιλήσω... Και μη φοβάσαι τίποτας... Πάλε θε να γυρίσω... Μα τώρα ήρθε η στιγμή... Πρέπει... να ξεκινήσωω... Το δρόμο αυτό που χάραξα δεν τον γιουρντάω πίσω... Εγώ που φεύγω για καλό!... Κι συ αναστενάζεις. Πάψε το κλωθογύρισμα.

– Αχ παιδί μου... Έτσι λες... Ο πόνος να μερώσει... Αχ όποιο δάχτυλο κοπεί απ’ τούτα τα χεράκια... Τον ίδιο πόνο θα ’στανθώ... Το ίδιο θα πονέσω. Γι’ αυτό σου λέω... Κάτσε δω... Μη φεύγεις για τα ξένα. Τη μνια μπουκιά που θέλουμε... να ζούμε θα τη βρούμε. Κάτσε να σε παντρέψουμε... Να δω κι εγώ τα ’γγόνια... Πολλά τραγούδια να τους πω απάνω στην ποδιά μου. Κι αυτά να μου χαμογελούν να ’φραίνεται η καρδιά μου.

– Μαάνα πάψε τα κλάιματα... Πάψε τα μοιρολόγια. Σου το ’χω πει... χίλιες βολές. Μα δα στο πω και τώρα. Δε δα ’συχάσω... Δε μπορώ... Τώρα δε σταματάω. Σαν το ποτάμι πα εγώ... Στη θάλασσα να σμίξει. Τότε... θα ’συχάσω πλια... τότε...θα γαληνέψω.

– Αχ... ναι γιε μου... πάγαινε. Στάκα να σε φιλήσω. Πέτρα θα κάνω τη γκαρδιά να σ’ αποχαιρετήσω. Μον’ τούτο πάντα να θυμάσαι:

 

Θα σούχω το σκαμάκι σου

κοντά με το σοφρά

απάνω θάν’ το πιάτο σου

άδειο να καρτερά!

 

Μη μου αργήσεις και δε ’ρθεις

τα μάτια μου πριν κλείσω

φτάνει για να σε δω ξανά

τότε ας ξεψυχήσω!»

 

Η Αυστραλία για τον Μανώλη Ιθωμάτα ήταν ταυτόχρονα μια λύση ανάγκης και ελπίδας, αλλά και ένας ξεριζωμός. Μαζί με τα καλά που του προσέφερε η ζωή εκεί, αντιμετώπισε όπως λέει ο ίδιος τον ρατσισμό εναντίον των Ελλήνων, αλλά και την αγραμματοσύνη των ομοεθνών του που το μόνο που τους ένοιαζε ήταν πως να βγάλουν πολλά λεφτά. « Οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι είναι οι μετανάστες».

HELLAS – HELLAS, τους λέω εγώ

όχι γρεκός – γρεκίλος

του Ομήρου και του Περικλή

μας το ’πε κι ο Αισχύλος.

 

HELLAS – HELLAS σημαίνει φως

HELLAS σημαίνει ελπίδα

ο Δίας απ’ τον Όλυμπο

του κόσμου η ασπίδα.

 

Όμως ο Ιθωμάτας κάποτε ξαναγύρισε στην Ελλάδα, μετά από 15 χρόνια. Ανταπέδωσε αυτό το χρέος απέναντι στη μάνα του αποτυπώνοντάς το λογοτεχνικά ως μνήμη, ανάμνηση, αλλά και ευγνωμοσύνη απέναντι στη γυναίκα μάνα που τον μεγάλωσε. Τι όμορφο να γράφεις ένα ποίημα για εκείνη την ποιητική μάνα σου!

Στα γαλάρια της Χρίσταινας

Γιωργία την ελέγανε, Χρίσταινα τη φωνάζουν

Εχήρεψε πολλά νωρίς, ο Χρήστος της εχάθη.

 

Απάνου πούκαμναν παιδιά, για να χαρεί να νοιώσει.

Τον πήρε ο χάρος μνιαν αυγή, πριχού να ξημερώσει.

 

Η Χρίσταινα πεισμάτωσε, γι’ αυτήν την αδικία

Τόσο νωρίς της στέρησε του άντρα της μαγεία...

 

Αντρώθηκε περήφανα και σαν τη σκύλα μάνα

Σφίγγει τα τέσσερα παιδιά μέσα στην αγκαλιά της

Να μην τους λείψει τίποτα, στοργή και ζεστασιά τους.

 

Είχε πολύ ανάκαρο, κι ευθύνη στα παιδιά της

Να μεγαλώσουνε σωστά σαν τα βασιλικά της

Τα πότιζε τα φρόντιζε τα δυο της τα βλαστάρια

Τις δυο της κόρες έντυνε σαν τα μαργαριτάρια.

 

Έφυγες και στερέψανε απ’ τη γλυκιά λαλιά σου

μάνα κι ορφανέψαμε απ’ τα περάσματά σου.

 

Λογκέψανε οι στράτες σου γιομίσανε μαράζι.

Βάτα και κοντοπούρναρα σ’ όλα τα μπογάζια.

 

Μεγάλες μπόρες πέρασες, πολλά χαλαζογρόχια

Δε λύγισες και κράτησες, και πάντα ήσουν όρθια.

 

Τσοπάνα συ βασίλισσα, κι αρχόντισσα Κυρά μου

θα σ’ έχω πάντοτε μαζί αγία στην καρδιά μου.

 

Δέξου αυτά τα λόγια μου στου καλλιγά τη(ς) στράτα(ς)

Ευλαβικά σε προσκυνώ... Εγώ ο Ιθωμάτα(ς).

 

Ξαναγύρισε λοιπόν στο χωριό του και στα αγαπημένα του βουνά. Ξαναθυμήθηκε εκείνη την παλιά ζωή του.

Γεμάτος με εμπειρίες και με μια πιο πλούσια ψυχή.

«Η Ελλάδα είναι το χαμένο παιδί που ψάχνουμε ακόμα να βρούμε» συνηθίζει να λέει.

Αργότερα άρχισε να αρθρογραφεί στις τοπικές εφημερίδες «Σημαία», «Θάρρος», και διατηρούσε στήλη στην εφημερίδα «Φωνή», ενώ είχε βγάλει και μια δικιά του ιδιόχειρη σατιρική εφημερίδα όπου σατίριζε με κείμενα και ποιήματα την κοινωνική και πολιτική ζωή. Το σατυρικό του ποίημα για έναν τοπικό υποψήφιο τον έστειλε και στον Εισαγγελέα:

« Να μην φοβάσαι αρχηγέ

όσο έχεις τον Ντίνο

ρίχτου μια μπάλα άχυρο

και δέστονε απ’ το στύλο».

Με τον καιρό εξελίχτηκε σε έναν ταλαντούχο ερασιτέχνη ηθοποιό, δέκα χρόνια στην θεατρική ομάδα του ΜΕΘ όπου και γνώρισε και έγινε φίλος με τον μεγάλο δάσκαλο και σκηνοθέτη Λάμπρο Κωστόπουλο και την γυναίκα του Χλόη Λιάσκου.

          Όμως όταν ασχολείσαι με την τέχνη και λογοτεχνική γραφή, ο χρόνος δεν είναι ποτέ γραμμικός, παρελθόν – παρόν – μέλλον συνταιριάζουν μέσα σου ένα διαφορετικό χρόνο, που οι θύμισες γίνονται παρόν και το μέλλον τωρινό γαϊτανάκι του έρωτα. Το ξεχασμένο πάθος επιστρέφει έστω και αν μεγάλωσες. Άνθρωπος ζεστός, δοτικός και  λάτρης του ωραίου φύλου ο Ιθωμάτας γράφει για τον έρωτα:

Ερωτικό Παραλήρημα του Γιωργή

Γι’ αυτήνε τραγουδάν πουλιά

Γι’ αυτήν λαλούν αηδόνια

στις ρεματιές χορεύουνε

εκεί τα χελιδόνια.

 

Δροσοσταλιές τα χείλη της

τα κοντυλογραμμένα

μέσα στα φυλλοκάρδια μου

τα κρίνα ανθισμένα.

 

Τα χείλη της τα φλογερά

δροσοσταλιές να χάψω

να πιω – να πιω να δροσιστώ

κι ώσπου να χορτάσω.

 

Να σου κρατώ απάλαφρα

το λυγερένιο σώμα

να το φιλώ να γεύομαι

της ηδονής το πιόμα.

 

 

Τήραξε κείνα τα πουλιά πως παίξουν και χορεύουν,

γλυκοφιλάν τις μύτες τους στον οίστρο της αγάπης.

Σήκω τα χέρια σου αψηλά, άνοιξ’ την αγκαλιά σου

και δείξε την αγάπη σου στην ομορφιά μπροστά σου.

 

Δεν είν’ ντροπή ο έρωτας, δεν είναι ξεχασιάρης,

έχει φτερά στα πόδια του γοργός και σαϊτάρης.

Είναι της φύσης κάλεσμα παντοτινός μπροστάρης.

Γι’ αυτόν λαλάνε τα πουλιά στις ρεματιές τ’ αηδόνια,

στην ανθισμένη λυγαριά χορεύουνε τριζόνια.

 

Ένας χορός είν’ η ζωή και πρέπει να τον μάθεις.

Κι όσο καλός ο χορευτής κι όσο ψηλά πετάξει

είν’ άξιος και καλύτερος σε τούτη δω τη πλάση,

μέχρι τα τελευταία του ποτέ δε θα γεράσει.

 

Κιοτής μην είσαι στη ζωή, δύσκολη μην τη κάνεις

Σήκωσ’ το μπόι σου αψηλά και πέτα να προκάμεις.

Μην την αφήνεις τη χαρά μακριά σου να ξεφύγει

γιατί χαρά είν’ έρωτας να παίρνει και να δίνει.

 

  ***

 

 «Στην μόνη γυναίκα που δεν πιστεύω, είναι η θρησκεία. Γιατί όλες οι θρησκείες είναι στο βάθος φασισμός. Πιστεύω στις θεότητες του αρχαίου Ελληνικού κόσμου, αλλά μονο ως σύμβολα γνώσης που συμβολίζουν την πραγματικότητες της ζωής».

 

Η Διαθήκη μου

Δε θέλω να με θάψουνε, να μπω βαθιά στο χώμα.

Δεν θέλω να με κλάψουνε ... ούτε και μοιρολόγια·

 

και μην τολμήσουν να με παν ... κλησιές και μαναστήρια...

Μάγια ... Λιβάνια ... Ευλογιές ...του κώλου παναΰρια.

 

Θέλω τραγούδια να μου πουν... Τραγούδια αγαπημένα.

Για την αγάπη να μιλούν κι ας είναι για τα ξένα.

 

Ξενάκι είμαι και εγώ... μα λίγο αποσταμένο.

Του κόσμου τα παράξενα, μ’ έχουνε πικραμένο.

 

Ποιος δεν αφήνει τους λαούς, να ζουν ευτυχισμένα.

Ποιος βασανίζει τα παιδιά αγούρμαστα να κλαίνε,

 

στον τάφο των πατέρων τους, να χύνουν μαύρο δάκρυ,

να μην γνωρίσουν τη χαρά, να μη χαρούν το χάδι.

 

Ποιος τους στερεί τον ύπνο τους, και να σφαλούν τα μάτια,

Με πόνο και λαβωματιές σε άγρια μονοπάτια!

 

Ποιος είναι κείνος ο Θεός, που τάχα προστατεύει,

κι αφήνει τους δυνάστες τους για να τα μακελεύει.

 

 

Η λογοτεχνική και ποιητική γραφή του Μανώλη Ιθωμάτα είναι μια ισχυρή βιωματική δημιουργία. Ένας λογοτέχνης που γεννήθηκε στην ύπαιθρο, μεγάλωσε και αντρώθηκε μέσα στα δάση, στα ρέματα, στις ράχες, στα ξάγναντα των αναμνήσεων.

Έχει μια αρχέγονη αυθεντικότητα, εκείνη που κατακλύζει όλες τις αισθήσεις αφού οι ήχοι, οι γεύσεις, οι μυρωδιές, τα ακούσματα και οι εικόνες κατακλύζουν το λογοτεχνικό του έργο.

Η αγάπη του για τη φύση και την εφηβική του εξερεύνηση, τα βιώματά του μέσα σ’ αυτήν, το αίσθημα της ελευθερίας και η διαρκής μετακίνηση στα ορεινά πεδία του διαμόρφωσαν τόσο τον χαρακτήρα του όσο και τη γραφή του.

Το δέος των βουνών μεταφέρεται ως μουσικό συναίσθημα που βρίσκεται αρκετές φορές κοντά στο δεκαπεντασύλλαβο, που ρέει δίπλα στον ρυθμό της λαϊκής παράδοσης.

Η απώλεια, ο ξενιτεμός, η μνήμη των παιδικών χρόνων, ο γυρισμός έπειτα στη γενέθλια γη πλαισιώνει πάντα τη λογοτεχνική και ποιητική του γραφή. Αυτή η παιδική του χαρούμενη μετατόπιση «από τη μια ραχούλα στην άλλη» έγινε μια τραυματική μετατόπιση «από τη μια άκρη της γης στην άλλη». Τα μονοπάτια της ένωσης με τη φύση έγιναν μονοπάτια ξενιτιάς και αποχαιρετισμού.

«Το πρώτο όμως βήμα που έκανε ο Γιωργής στο χωράφι όταν το καθάρισαν, ήτονε ν’ αγοράσει μια κερασιά, το οποίο κι έκαμε.

Την πήγαν στο κτήμα, κι είπε ο Γιωργής στην Ελένη.

– Μωρή, βάλτην εσύ... να τη θυμάσαι πριν φύγουμε για Αυστραλία ξανά».

Αυτό το χάσμα υπάρχει φανερά ή κρυφά στη λογοτεχνική γραφή του Καρακαϊδού Ιθωμάτα.

Έτσι η γραφή του, πέρα από προσωπική ματιά, εξελίσσεται σε μια συλλογική μνήμη και εμπειρία. Σηματοδοτεί την ελευθερία και την χαρά που σου δίνει η φύση, αλλά και την απώλεια και τον αποχωρισμό, την ελπίδα και μας γεμίζει συναισθήματα αλμυρά και γλυκά.

Τα ποιήματά του και τα κείμενά του κελαηδούν και μοιρολογούν ταυτόχρονα, έτσι όπως κελαηδούσε και μοιρολογούσε η Ελλάδα της εποχής εκείνης.

«Περνούν τα χρόνια γρήγορα καθώς νογάτε, κι η κερασιά έγινε δεντρί μεγάλο... και μα τον «Γεραμπή» κάνει κατακόκκινα κεράσια τραγανά.

Η μοναδική στο χωριό τούτο και η πρώτη.

Ο Γιωργής καλεί όλο το χωριό να πάρουν κι αυτοί μερτικό και ας μην την φύτεψαν».

Ο Ιθωμάτας Μανώλης Καρακαϊδός, φύτεψε  την δική του κερασιά σε τούτη την θνητή ζωή. Η κερασιά του έγινε ποίηση και λογοτεχνική  γραφή, μεγάλωσε και απλώσανε τα κλαριά της στην συναισθηματική και λυρική ένταση, ενώ τα γλυκά, μεγάλα και κατακόκκινα κεράσια της, μας δίνουν μια βαθιά συναισθηματική, γνωστική ικανοποίηση και ενσυναίσθηση.

Μια γραφή με έντονα στοιχεία λυρισμού, με συναισθηματικό βάθος, εσωτερική διαφάνεια, μελαγχολική, αληθινή. Μια γραφή που τα τοπία,  οι εναλλαγές των εποχών, τα φυτά, τα πουλιά, οι άνθρωποι γίνονται τα απαραίτητα ενεργειακά σύμβολα και λεκτικά στοιχεία, ώστε να εξερευνήσει ο ποιητής έπειτα τις πανανθρώπινες  ανάγκες και βιώματα όπως ο έρωτας, η μοναξιά, η ελευθερία, η πίστη, η ξενιτιά.

Ο Ιθωμάτας Μανώλης Καρακαϊδός, περιπατητής  των Κοντοβουνίων και των μονοπατιών του Βουλκάνου, περιηγητής των μνημείων της αρχαίας Μεσσήνης, περιηγητής της μνήμης και μιας εποχής που έφυγε, διαβαίνει τα μονοπάτια της παιδικής του εμπειρίας και μεταφέρει στον νοσταλγικό του λόγο και στίχο όλο αυτό το ηχόχρωμα της περασμένης νιότης και εμπειρίας μας, για όσους έζησαν στα χωριά.

Ο Μανώλης Καρακαϊδός Ιθωμάτας, κατορθώνει μέσα από τη λογοτεχνική του πένα να μας πλουτίσει. Αναζητεί και επιδιώκει από το καλό το καλύτερο, διεκδικώντας και απαιτώντας ένα αύριο πιο ανθρώπινο. Καταφέρνει να μας ανεβάσει στο βουνό της μνήμης, στη νοσταλγική ρίζα της συγκίνησης, στους τόπους που μεγαλώσαμε, στην αγάπη που νιώσαμε.

Εκεί ψηλά από τον Βουλκάνο της ψυχής μας.

Αυτός είναι ο Ιθωμάτας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Ο Δον Κιχώτης της στιχουργικής, ο Καλαματιανός ποιητής Νικόλαος Χαϊδεμένος

Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Βασίλης Καβανίδης: “Ο Χατζηδάκις των Ανθρώπων” 

Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Θανάσης Παντές, ο ξένοιαστος καβαλάρης 

Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Θύμιος Γεωργόπουλος 

Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Χαίρε Ηλία από την «Αλ-αγωνία» 

Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Αγγελική Ψακή – Κωβαίου

Αναζητώντας τους άγνωστους ποιητές: Στέλιος Σταυράκης - "Της πεταλούδας μάγια τα ομορφαίνουν" 

 

 

 

 

 

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Δέκα χρόνια χωρίς τον Γιάννη Καλαϊτζή