Η μία λέει στην άλλη πως η μοναξιά είναι κακό πράγμα.
Η φωνή της έχει ένα μελαγχολικό τόνο, ύστερα η συζήτηση πάει στα παιδιά τους, που δεν τα βλέπουν συχνά.
Και ξαφνικά σιωπούν κοιτάζοντας η μία την άλλη
Αμίλητες μένουν και όπως τις παρατηρεί από το απέναντι τραπέζι θεωρεί πως έγιναν αγάλματα.
Από τις σκέψεις του τον βγάζει η εμφάνιση μιας νέας γυναίκας που έρχεται να καθίσει σε διπλανό τραπέζι.
Αγέρωχη στην εμφάνισή της ανοίγει την τσάντα της και βγάζει το πλεκτό της.
Η άνεσή της κερδίζει την προσοχή του.
Οι ηλικιωμένες κυρίες είναι σαν να μην υπάρχουν πια.
Θ.Π. 
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004