“Ελέγχουμε την εξουσία, στηρίζουμε τη Μεσσηνία” ήταν το μότο της “ΦΩΝΗΣ” όλα αυτά τα χρόνια και η μόνη γραμμή που ο δημιουργός της τήρησε με θρησκευτική ευλάβεια, μακρυά από οποιαδήποτε κομματική επιρροή.
Για τον Θανάση Τσαμούλη το καλό της Μεσσηνίας, έτσι όπως ο ίδιος το πίστευε, ήταν πάνω από το δικό του συμφέρον και άλλωστε δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού ο ίδιος ταύτιζε το δικό του συμφέρον με ό,τι θεωρούσε καλύτερο για τον τόπο του.
Για τον Θανάση Τσαμούλη η Μεσσηνία ήταν πάνω απ’ όλα κι’ αυτό ήταν αδιανόητο για όλους εκείνους που θεωρούσαν και θεωρούν πως η Μεσσηνία είναι ό,τι αφορά το δικό τους συμφεροντολογικό μικρόκοσμο.
Μακρυά από την αντίληψη αυτή ο Τσαμούλης ακολούθησε το δικό του δρόμο, μοναχικό τις περισσότερες φορές, ένα δρόμο οδυνηρής συνέπειας και με αναπόφευκτες επιπτώσεις ασφαλώς.
Παρόλα αυτά ο ίδιος δεν υποχώρησε ποτέ από το δρόμο του, όποιο κι αν ήταν το τίμημα όσο μεγάλες συνέπειες κι αν είχε, σε βάρος του.
Ένας ανυποχώρητος υπήρξε ο Θανάσης Τσαμούλης και ένας Δον Κιχώτης της δημοσιογραφίας σε μια εποχή που τέτοιου είδους παρουσίες λιγοστεύουν επικίνδυνα και δυστυχώς αναπόφευκτα.
Ένα χρόνο μετά το τελευταίο ταξίδι του Θανάση Τσαμούλη επαναλαμβάνω εδώ αυτά που πέρυσι είχα γράψει με αφορμή τον θάνατό του στο τελευταίο φύλλο της “ΦΩΝΗΣ”.
Η προσφορά του στη δημοσιογραφία υπήρξε μακρόχρονη και πολυσήμαντη.
Καυστικός στα σχόλιά του, διεισδυτικός στις παρεμβάσεις του, σωστό “λαγωνικό” στο ρεπορτάζ και στις αναλύσεις του ο Θανάσης Τσαμούλης είχε καταφέρει να είναι μια εφημερίδα μόνος του.
Κι ενώ ο ίδιος ήταν μια εφημερίδα μόνος του, συγχρόνως άφηνε χώρο και για άλλους να υπάρχουν στην εφημερίδα και να καταθέτουν τις απόψεις τους, ελεύθερα πάντοτε και χωρίς καμία λογοκρισία βέβαια.
Γιατί η λογοκρισία ήταν αδιανόητη για τον Θανάση και αντίθετη με τον χαρακτήρα του.
Εφημερίδα γνώμης η “ΦΩΝΗ”, έτσι ξεκίνησε κι έτσι πορεύτηκε όλα αυτά τα χρόνια, σαν ένα καράβι σε φουρτουνιασμένο πέλαγος με καπετάνιο τον Θανάση.
Δεν ήταν εύκολο βέβαια το ταξίδι ούτε και μπορούσε άλλωστε να είναι μέσα στη συνεχή “τρικυμία” που το “καράβι” “ΦΩΝΗ” ταξίδευε προσπαθώντας διαρκώς να δαμάσει τα “κύματα”.
Τα κατάφερε πολλές φορές κι ας έμοιαζε αδιανόητο αυτό για όσους θεωρούσαν πως ο Τσαμούλης “κυνηγούσε ανεμόμυλους”.
Σε καμία περίπτωση δεν συνέβη αυτό. Ο Θανάσης Τσαμούλης ήταν ένας Δον Κιχώτης στο δύσκολο χώρο της δημοσιογραφίας, ένας παθιασμένος ρομαντικός στην αναζήτηση της είδησης και τον σχολιασμό της, αλλά αιθεροβάμων δεν υπήρξε ποτέ και πάντα ήξερε τι αναζητούσε στο περιπετειώδες ταξίδι του στη δημοσιογραφία, που γι’ αυτόν πριν και πάνω απ’ όλα ήταν λειτούργημα.
Με την οριστική απουσία του δημιουργού της ΅”ΦΩΝΗΣ”, η εφημερίδα έπαψε και να υπάρχει. Αναπόφευκτα θεωρώ. Δεν νομίζω πως μπορούσε κανείς να γίνει Θανάσης Τσαμούλης στη θέση του.
Και κάτι τελευταίο:
Η Μεσσηνία, που έχει μακρόχρονη και ιστορική διαδρομή στον Τύπο, δικαιούται να έχει δικό της Μουσείο Τύπου, στο οποίο και το αρχείο της εφημερίδας “ΦΩΝΗ” μπορεί και επιβάλλεται να έχει τη θέση του.
Οι έχοντες την ευθύνη των δημοσίων πραγμάτων στη Μεσσηνία ας λάβουν υπόψη τους και την πρόταση αυτή.
Σαν ελάχιστο φόρο τιμής και σεβασμού στη μνήμη ενός ανθρώπου που θεωρούσε και αντιμετώπιζε τη δημοσιογραφία ως λειτούργημα και την υπηρέτησε για το καλό του τόπου του.
Θανάσης Παντές
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004