Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2023 15:34

Ανέκδοτα μεσσηνιακά κάλαντα από τη συλλογή του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών (β’ μέρος)

Ανέκδοτα μεσσηνιακά κάλαντα από τη συλλογή του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών (β’ μέρος)

Ι. Πλεμμένος

Τα παραδοσιακά κάλαντα της Πρωτοχρονιάς έχουν, όπως και αυτά των Χριστουγέννων, μακρά παρουσία στις συλλογές δημοτικών τραγουδιών, που ανάγεται στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης. Η παλιότερη σχετική μαρτυρία απαντά στη συλλογή του σπουδαίου Γάλλου φιλολόγου Claude Fauriel (1825)[1] και ανοίγει την ενότητα «Τραγούδια διαφόρων εορτών του χρόνου» συνοδευόμενη από γαλλική μετάφραση:

 

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρείαν· / βαστά χαλκών ’ποδήματα και σιδερένια μάτια. / «Βασίλη μ’, πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;» / «Από τον δάσκαλ’ έρχομαι, στην μάναν μου παγαίνω». / «Αν έρχεσ’ απ’ τον δάσκαλον, ’πέ μας την άλφα βήτα». / Στην πατερίτσ’ ακούμβησε να πη την άλφα βήτα, / κ’ η πατερίτσα ήταν χλωρή κι’ αχάμησε κλονάρι, / κλονάρι χρυσοκλόναρον κ’ αργυροκετημένον.

Οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους στρέφεται το τραγούδι είναι αφενός μεν η φιλομάθεια του άγιου Βασίλη (όπως προκύπτει από τη μνεία του δασκάλου και την άλφα βήτα) και αφετέρου η θαυματουργική του δύναμη (μέσω του ραβδιού που φυτρώνει και γίνεται κλωνάρι). Η ταυτόχρονη παρουσία των δύο αυτών ιδιοτήτων μπορεί να εξηγηθεί τόσο από τη βιογραφία του αγίου όσο και από τον θαυμασμό του λαϊκού ανθρώπου για τον γραμματισμένο άνθρωπο, στον οποίο απέδιδε κάποτε μαγικές ικανότητες.

Τα πρωτοχρονιάτικα αυτά κάλαντα χρησιμοποιούνταν από τα μικρά παιδιά και στη Μεσσηνία, όπως προκύπτει από την αναδίφηση στο πλούσιο αρχείο του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το Λαογραφικό Αρχείο ιδρύθηκε το 1918 από τον «πατέρα της ελληνικής Λαογραφίας», Νικόλαο Πολίτη (με καταγωγή από το Ελαιοχώρι Μεσσηνίας) και έκτοτε εμπλουτίζεται με νέα λαογραφική ύλη από τους επιστήμονες ερευνητές που το στελεχώνουν.

Ένα από τα παλιότερα καταγεγραμμένα τεκμήρια προέρχεται από τον Αετό Μεσσηνίας και εντοπίζεται στη συλλογή της Δήμητρας Πουλίτση, που καταρτίστηκε λίγο πριν την έκρηξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου (1940). Όπως θα γίνει αντιληπτό, εμφανίζονται και εδώ τα δύο σταθερά μοτίβα γύρω από τα οποία κινείται η μορφή του νεαρού Βασίλη, δηλ. αυτό της εγγραμματοσύνης (που τονίζεται έτι περαιτέρω με το χαρτί και το καλαμάρι που φέρει πάνω του) και της επίδειξης των θαυματουργικών του δυνάμεων (που επηρεάζει και το ζωικό βασίλειο), με τη διαφορά ότι, στην πρώτη περίπτωση ο νεαρός άγιος Βασίλης ετοιμάζεται να πάει στο σχολείο αντί να επιστρέφει από αυτό. 

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία· / βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι. / Το καλαμάρι ν-έγραφε και το χαρτί αναγνώσκει. / «Βασίλη, πούθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;» / «Από τη μάνα μου έρχουμαι και στο σκολειό πηγαίνω». / «Βασίλη, αν ξέρεις γράμματα, πες μας την άλφα βήτα». / Και το ραβδάκι ακούμπησε να ειπή την άλφα βήτα. / Ξερό, χλωρό ήταν το ραβδί, χλωρούς βλαστούς πετάει / κι απάνου στους χλωρούς βλαστούς πέρδικα κελαϊδούσε. / Κατέβηκε η πέρδικα να βρέξη το φτερό της / κι έβρεξε τον αφέντη της τον πολυχρονεμένο. Χρόνια πολλά / να είσαι καλά.

 

Φαίνεται όμως ότι την ίδια εποχή τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στη Μεσσηνία είχαν αρχίσει να δέχονται την επίδραση του έτερου τύπου που θα επικρατούσε μεταπολεμικά σε όλη τη χώρα («Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά…»). Κάτι τέτοιο διαφαίνεται στα κάλαντα από την Κορώνη που διέσωσε το 1938 η Γεωργία Ταρσούλη από τη φωνή της Μαρίας Λεμπέση (78 ετών)[2] και όπου η φιλομάθεια του νεαρού Βασίλη είναι ακόμα πιο έντονη (αφού ομολογεί ότι ξέρει μόνο γράμματα κι όχι τραγούδια), ενώ η θαυματουργική του ικανότητα επηρεάζει όχι μόνο τα δέντρα και τα πουλιά αλλά όλη τη φύση:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή του Γενναρίου, / αρχή που πιάνει ο Χριστός να κατεβή στον κόσμο. / Βασίλη μου, ’πο πού ’ρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις; / Από το σπίτι μ’ έρχομαι και στο σχολειό μου πάω. / κάτσε να φας, κάτσε να πιης, κάτσε να τραγουδήσης. / Εγώ γράμματα μάθαινα, τραγούδια δεν ηξέρω, / τ’ αλφαβητάρι πόμαθα να σας το μολοήσω. / και στο ραβδί του ακούμπησε να πη την αλφαβήτα, / και το ραβδί τ’ ήταν ξερό, χλωρούς βλαστούς πετάει / κι απάνω στους χλωρούς βλαστούς πουλάκια κελαϊδούσαν, / δεν είν’ πουλάκια μοναχά, παρά ‘ν’ και χελιδόνια, / τα χελιδόνια επέταξαν και πήγανε στις βρύσες, / παίρνουν νερό στα νύχια του και πάχνη στα φτερά τους, / να λούσουν τον αφέντη μας, να νίψουν την κυρά τους… (ακολουθούν παινέματα στην κόρη)

Η παραπάνω καταγραφή της Γ. Ταρσούλη από την Κορώνη πρέπει να θεωρηθεί ως ένα ενδιάμεσο στάδιο προς την επικράτηση του πανελλήνιου τύπου, ο οποίος εμφανίζεται στα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα από το Μανιάκι που διέσωσε η Μαγδαληνή Τσάκωνα, λίγα χρόνια αργότερα (1944) και όπου ο άγιος Βασίλης είναι ένας εγγράμματος μεν αλλά μάλλον ακατάδεκτος σοφός, ενώ οι θαυματουργικές του ικανότητες έχουν αποσυρθεί (πιθανώς υπό την επίδραση μιας πιο ορθολογικής προσέγγισης):

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά, / κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος. / Αρχή που βγήκεν ο Χριστός, άγιος και πνευματικός / στη γη να περπατήση και να μας καλοκαρδίση. / Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας καταδέχεται / από την Καισαρεία, συ είσ’ αρχόντισσα κυρία. / Βαστάει πέννα και χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή, / χαρτί και καλαμάρι, δες και με το παλληκάρι. / Το καλαμάρι έγραφε, τη μοίρα μου τι μ’ έλεγε / και το χαρτί ωμίλειε, έβγα συ, χρυσέ μου ήλιε.


Ανέκδοτα μεσσηνιακά κάλαντα από τη συλλογή του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών (α’ μέρος)


Στο σημείο αυτό δεν μπορεί κανείς να μην αναφερθεί και στην αρνητική πρόσληψη των τελευταίων καλάντων από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ο οποίος τα απέρριπτε ως ασύντακτα, άτεχνα και ασύμβατα προς τα γεγονότα της ζωής του αγίου (με κορύφωση τον ακατανόητο και ασύντακτο στίχο «εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος»). Αντίθετα, επαινούσε το παλιότερο κάλαντο ως γνήσιο προϊόν της λαϊκής ψυχής:

Τὸ ᾄσμα τοῦτο μᾶς φαίνεται θαυμάσιον ἐν τῇ ἀφελείᾳ αὐτοῦ. Ἡ ἔμφυτος φιλομάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐν μέσῳ τοσούτων διωγμῶν καὶ θλίψεων ἐπιζήσασα, μετεχειρίσθη τὴν ἐπὶ παιδεία φήμην τοῦ ἑλληνικωτάτου Ἁγίου ὡς προτροπὴν πρὸς τοὺς νέους πρὸς τὴν σπουδὴν καὶ μάθησιν, οὕτω δὲ καὶ μετὰ πολλοὺς αἰῶνας ὁ μέγας της Καισαρείας φωστὴρ παρίσταται οἰονεὶ συγγράφων δευτέραν «Πρὸς τοὺς νέους Παραίνεσιν».

Και όμως το «κακόφωνο ραψώδημα» των νεότερων καλάντων κατάφερε να επικρατήσει και στη Μεσσηνία, πιθανώς χάρη στην πιο θελκτική μελωδία του αλλά και στο μυστηριώδη χαρακτήρα των δυσνόητων (ή και ακατανόητων) στίχων και λέξεών του. Τα παλιότερα κάλαντα θα απέμεναν μόνο για τις αίθουσες συναυλιών και το στούντιο ως απόηχοι μιας άλλης μαγικοθρησκευτικής εποχής. Καλή χρονιά!

 

[1] Claude Fauriel, Chants populaires de la Grèce moderne recueillis et publiés, avec une traduction française, des éclaircissements et des notes, Παρίσι 1825, τ. B’, σ. 248.

[2] Βλ. και στο: Γ. Ταρσούλη, Μωραΐτικα Τραγούδια, Αθήνα: Εστία, 1944, σ. 186, αρ. 283.