Από την απώτερη αρχαιότητα έως και την εποχή του Χριστού, η στειρότητα ή υπογονιμότητα των ζευγαριών θεωρούνταν αρκετά σοβαρά ζητήματα, με κοινωνικές, θρησκευτικές και (λιγότερο) ιατρικές προεκτάσεις. Το κύριο ζητούμενο μέσα σε ένα γάμο ήταν η απόκτηση απογόνων και η (ως εκ τούτου) διαιώνιση της οικογένειας, της περιουσίας και της ίδιας της κοινότητας. Για το λόγο αυτό, η ατεκνία θεωρήθηκε από νωρίς ως κοινωνικό στίγμα, που μέσα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής βάραινε κυρίως τις γυναίκες και πολύ λίγο τους άνδρες (πρώτος ο Ιπποκράτης τόλμησε να θέσει θέμα ανδρικής στειρότητας αλλά χωρίς πειστικό τρόπο). Οι άτεκνες γυναίκες θεωρούνταν ως οιονεί «καταραμένες» από τους θεούς και έμπαιναν συχνά στο κοινωνικό περιθώριο, διάγοντας μια δυστυχισμένη ζωή. Συνέπεια αυτής της αντίληψης ήταν ότι η στειρότητα αποτελούσε νόμιμο λόγο διαζυγίου, καθώς σε περίπτωση ακαρπίας, ο σύζυγος είχε το δικαίωμα να επιστρέψει τη γυναίκα στην οικογένειά της (μαζί με την προίκα της) και να παντρευτεί άλλη. Δεδομένης δε της πολυγαμίας σε αρκετές κοινωνίες, ο σύζυγος δικαιούτο να συνέλθει με άλλη γυναίκα (ακόμα και με υπηρέτρια, εάν αυτή υπήρχε).
Μια τέτοια περίπτωση περιγράφεται στο καταστατικό βιβλίο της Γενέσεως, μέσα από την ιστορία της Σάρας, συζύγου του Αβραάμ, που είχε μείνει στείρα για πολλά χρόνια, πριν αποκτήσει τον Ισαάκ σε μεγάλη ηλικία. Σύμφωνα με τη σχετική διήγηση, η Σάρα (όνομα που σημαίνει «ηγεμονίδα») ήταν πολύ όμορφη και αν και δέκα χρόνια μικρότερη από τον Αβραάμ, δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Γι’ αυτό και όταν έκλεισε τα 75 της χρόνια (!), επέτρεψε στον Αβραάμ να συνέλθει με την υπηρέτριά τους ονόματι Άγαρ, για να μπορέσει να αποκτήσει νόμιμο διάδοχο. Πράγματι από την «αναγκαστική» αυτή ένωση προήλθε ο Ισμαήλ, που φέρεται ως πρόγονος της φυλής των Ισμαηλιτών και στη συνέχεια των Αράβων. Έλα όμως που λίγο αργότερα, όταν η Σάρα έγινε 90 ετών και ο Αβραάμ 100 (!), ο Θεός επέτρεψε η Σάρα να μείνει έγκυος στον Ισαάκ, που γεννήθηκε στην ώρα του. Το αποτέλεσμα ήταν ο Αβραάμ, πιθανόν υπό την πίεση της Σάρας, να εκδιώξει την Άγαρ με τον Ισμαήλ για να αποκαταστήσει τον Ισαάκ ως νόμιμο διάδοχό του.
Πιο κοντά στην ιστορία του Ιωακείμ και της Άννας βρίσκεται μια άλλη βιβλική ιστορία με πρωταγωνίστρια την επίσης στείρα Χάνα (που σημαίνει «χάρη»), η οποία κατάφερε τελικά να τεκνοποιήσει μετά από θεϊκή παρέμβαση (Α’ Βασ. 1:1-20). Η Χάνα ήταν η μία από τις δύο συζύγους του Ελκανά, ο οποίος, αν και είχε αποκτήσει παιδιά από την άλλη σύζυγο, ονόματι Φεννάνα, λυπόταν που δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο και με τη Χάνα. Μια μέρα η Χάνα ανέβηκε στον ναό και προσευχήθηκε κλαίγοντας, καθώς ο Μέγας Αρχιερέας Ηλί καθόταν κοντά στη θύρα. Στην προσευχή της η Χάνα ζήτησε από το Θεό να της χαρίσει έναν γιο και σε ανταπόδοση ορκίσθηκε να τον αφιερώσει στην υπηρεσία του για όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ο αρχιερέας Ηλί, όπως την είδε να κουνάει με απελπισία τα χείλη της, νόμισε ότι ήταν μεθυσμένη και ετοιμαζόταν να τη διώξει, αλλά όταν η Άννα του έδωσε εξηγήσεις, την ευλόγησε λέγοντάς της ότι ο Θεός θα της δώσει ότι του ζητούσε. Μέσα στον ίδιο μήνα η Χάνα έμεινε έγκυος και μετά από εννιά μήνες γέννησε ένα γιο, το Σαμουήλ, ο οποίος εξελίχθηκε σε μεγάλο προφήτη της εποχής του. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η Χάνα γιορτάζεται την ίδια ημερομηνία με την Άννα (9 Δεκεμβρίου).
Ο τελευταίος ίσως συνδετικός κρίκος με τη σύλληψη της Θεοτόκου θεωρείται η διήγηση της σύλληψης και γέννησης του Ιωάννη το Προδρόμου (ή Βαπτιστή), που πρωτοεμφανίζεται στο ευαγγέλιο του Λουκά μαζί με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Οι δύο τελευταίες διηγήσεις (του Ευαγγελισμού και της γέννησης του Προδρόμου) συμπλέκονται και διασταυρώνονται σε αρκετά σημεία, με τον Πρόδρομο να προηγείται ηλικιακά του Ιησού (που περιγράφεται ως συγγενής του, καθώς η Θεοτόκος ήταν εξαδέλφη της μητέρας του Προδρόμου). Όπως και στις παραπάνω ιστορίες στειρότητας, οι γονείς του Προδρόμου, Ζαχαρίας και Ελισάβετ, ήταν άτεκνοι και προχωρημένης ηλικίας και παρακαλούσαν το Θεό να αποκτήσουν ένα παιδί. Αυτό επιτεύχθηκε με την κάθοδο του αγγέλου που ανακοίνωσε στον ιερέα Ζαχαρία ότι θα αποκτήσει παιδί, που θα καταστεί «προφήτης υψίστου» και θα προετοιμάσει το δρόμο για το Μεσσία. Η διαφορά με τις άλλες διηγήσεις είναι ότι ο Ζαχαρίας δυσπιστεί στα λόγια του αγγέλου, με αποτέλεσμα να χάσει τη φωνή του μέχρι τη στιγμή της γέννησης του Ιωάννη. Πάντως και εδώ δεν είναι σαφές αν το ζεύγος συνήλθε πριν τη σύλληψη του Προδρόμου ή αν αυτή υπήρξε αποτέλεσμα θεϊκής παρέμβασης.
Μετά τα παραπάνω μπορούμε να αποτιμήσουμε ευχερέστερα τα γεγονότα της σύλληψης και γέννησης της Θεοτόκου, όπως περιγράφονται στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (που αποδίδεται στον ομώνυμο αδελφό του Ιησού). Η σκηνή ανοίγει λίγο πριν μια μεγάλη γιορτή των Εβραίων, όταν ο ιερέας Ρουβίμ εμποδίζει τον Ιωακείμ να μπει στο Ναό και να προσφέρει τα δώρα του λόγω της ατεκνίας του που εθεωρείτο όνειδος εκείνη την εποχή. Ο Ιωακείμ πέφτει σε βαθιά λύπη και αποφασίζει να ψάξει «στα βιβλία των δώδεκα φυλών του Ισραήλ», για να διαπιστώσει αν είναι ο μόνος άκληρος απόγονος του Ισραήλ. Ερευνώντας διαπιστώνει με λύπη ότι όλοι οι δίκαιοι είχαν αποκτήσει απογόνους, αλλά ταυτόχρονα θυμάται και τον πατριάρχη Αβραάμ που απέκτησε τον Ισαάκ σε προχωρημένη ηλικία. Εντούτοις από τη λύπη του αποφασίζει να φύγει κρυφά στην έρημο και να νηστέψει για σαράντα μερόνυχτα χωρίς τροφή και νερό μέχρι να λάβει κάποιο σημάδι από το Θεό.
Όταν η Άννα δεν τον βρήκε στο σπίτι, άρχισε να θρηνεί και να οδύρεται διπλά, τόσο για την υποτιθέμενη χηρεία της όσο και για την ατεκνία της. Η λύπη της πολλαπλασιάστηκε όταν η υπηρέτριά της, η Ιουδίθ, της πρόσφερε ένα μαντήλι που είχε πάρει από εργαστήριο της περιοχής για να κρύψει τη λύπη της. Η Άννα θεώρησε προσβλητική αυτή την ενέργεια, γι’ αυτό αποφάσισε να βγάλει από πάνω της τα πένθιμα ρούχα και να φορέσει νυφικά φορέματα. Στη συνέχεια κατέβηκε στον κήπο και κάθισε κάτω από μια δάφνη ικετεύοντας με θερμά λόγια τον Κύριο να ακούσει την προσευχή της και να της χαρίσει ένα παιδί, όπως έκανε με τον Ισαάκ. Καθώς έστρεψε τα μάτια της προς τον ουρανό, είδε μια φωλιά σπουργιτιών μέσα στη δάφνη και άρχισε πάλι να θρηνεί, διότι δεν έμοιαζε ούτε στα πετεινά του ουρανού που είναι γόνιμα, ούτε στα θηρία της γης που γεννούν, ούτε στα τρεχούμενα νερά που κυλάνε, ούτε και στη γη που προσφέρει τους καρπούς της.
Τη στιγμή εκείνη ένας άγγελος εμφανίζεται μπροστά της και της λέει ότι ο Θεός εισάκουσε τη δέηση της, θα συλλάβει και θα γεννήσει ένα παιδί για το οποίο θα μιλούν «σε όλη την οικουμένη». Η Άννα από την ξαφνική χαρά της υπόσχεται ότι αν γεννήσει, είτε αγόρι είτε κορίτσι, θα το προσφέρει ως δώρο στο Θεό για να τον υπηρετεί «όλες τις ημέρες της ζωής του». Αμέσως μετά φτάνει ο Ιωακείμ που την πληροφορεί ότι εμφανίστηκε και σε αυτόν - άγγελος, που τον ενημέρωσε ότι εισακούστηκε η δέησή του και τον κάλεσε να φύγει από την έρημο για να βρει τη γυναίκα του που πρόκειται να συλλάβει. Ο Ιωακείμ, που ήταν πλούσιος και είχε στη δούλεψή του πολλούς βοσκούς, παρήγγειλε να του φέρουν «δέκα προβατίνες χωρίς ψεγάδι» και «δώδεκα μοσχάρια τρυφερά» για να τα προσφέρει στους ιερείς και τη γερουσία, μαζί με «εκατό κατσίκια για όλο το λαό».
Την επόμενη μέρα ο Ιωακείμ πρόσφερε τα δώρα του αναλογιζόμενος πως αν ο Θεός τον έχει συγχωρέσει, θα του το φανερώσει «το πέταλο του ιερέα». Το πέταλο ήταν ένα χρυσό έλασμα που φορούσε στο μέτωπο ή στο στήθος ο Αρχιερέας των Ιουδαίων και ήταν τόσο καθαρό και γυαλιστερό που λειτουργούσε ως καθρέφτης. Όταν ο ιερέας ανέβαινε στο θυσιαστήριο για να προσφέρει θυσία, κοίταζε το πέταλο: αν αντανακλούσε το πρόσωπό του καθαρό, σήμαινε ότι ο Θεός είχε συγχωρέσει τις αμαρτίες του και η προσφορά του γινόταν δεκτή. Ο Ιωακείμ παρατήρησε με ικανοποίηση ότι το πέταλο του ιερέα δεν έδειχνε αμαρτία, κατάλαβε ότι ο Θεός τον είχε συχωρήσει και γύρισε ήσυχος στο σπίτι του. Όσο για την Άννα, γέννησε τον ένατο μήνα ένα κορίτσι που το ονόμασε Μαριάμ.
Από τις παραπάνω διηγήσεις αποκαλύπτεται τόσο η διασύνδεση και αλληλεξάρτηση των γεγονότων όσο και η αντιμετώπιση της γυναικείας στειρότητας από την κοινωνία της εποχής. Αν και η έγγαμη γυναίκα δεν «δικαιούται» να μείνει άτεκνη, ο άνδρας μπορεί να κάνει τις επιλογές του για να δώσει μια λύση στο πρόβλημα. Το μόνο που επιτρέπεται στη γυναίκα είναι να κάνει υπομονή και να παρακαλεί το Θεό, τη στιγμή που ο άνδρας μπορεί να προβαίνει σε πρακτικές λύσεις. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και ο ρόλος του (άνδρα) ιερέα ως διαμεσολαβητή προς το Θεό. Για να είμαστε όμως δίκαιοι, στην ιστορία της γέννησης της Θεοτόκου, η γυναίκα εμφανίζεται πιο δυναμική και αποφασισμένη απ’ ότι στις παλιότερες ιστορίες. Ίσως επειδή γράφτηκε αρκετά αργότερα, ίσως επειδή πρόκειται για τη μητέρα του Θεανθρώπου: ποιος ξέρει; Ένα όμως είναι σίγουρο: από την εποχή εκείνη και μετά, το στίγμα της γυναικείας στειρότητας αρχίζει να υποχωρεί, ιδίως μετά την εμφάνιση του προτύπου της γυναίκας που επιλέγει την ασκητική ζωή της αφιέρωσης στο Θεό και της απάρνησης των εγκοσμίων. Αλλά εδώ ανοίγει άλλο κεφάλαιο…
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004