Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2021 20:17

Εμένα Κωστάκη με λένε

Εμένα Κωστάκη με λένε

Του Δημήτρη Ν. Μπουσούνη 
    Μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο κυριαρχούσε παντού στον τόπο μας η εξαθλίωση του Ελληνικού λαού, πόσο μάλλον στα άγονα μέρη της πατρίδας μας.  

Σ’ ένα από τα ορεινά χωριά της περιοχής μας, λοιπόν, διέμενε τότε μια πολυμελής οικογένεια, με τη φτώχεια να είναι κυρίαρχο στοιχείο μέσα στο σπιτικό τους.

Η μόνη ελπίδα ήταν ο πρωτότοκος γιος τους και σε ηλικία δώδεκα χρόνων, αναγκάστηκαν οι γονείς να στείλουν το παιδί τους στην πόλη για δουλειά.

Εκεί άρχισε τη σταδιοδρομία του ο Κωστάκης προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950, ως οικιακός βοηθός, με ημερομίσθιο μία δραχμή την ημέρα!     

Τα χρήματα αυτά πήγαινε κάθε μήνα και τα έπαιρνε ο πατέρας, για ν’ αγοράσει τρόφιμα και κυρίως αλεύρι, για να φάει ψωμί η υπόλοιπη οικογένεια.

Αντί για άλλα τρόφιμα, όμως, μ’ αυτά τα λεφτά, θα μπορούσε ν’ αγοράσει κρέας. Όχι αρνί, βέβαια, γιατί αυτό κόστιζε τότε 35 δραχμές το κιλό και το μηνιάτικο δεν έφτανε.

Εκτός αυτού το αρνί γάλακτος, όπως συνήθιζαν να λένε τα αφεντικά του, «θα πείραζε την οικογένεια στα δόντια» κι ως εκ τούτου μόνο χοιρινό μπορούσαν ν’ αγοράσουν για να φάνε.

Για όσους δεν ξέρουν τι σήμαινε την εποχή εκείνη, να είναι ένα αγόρι υπηρέτης ή ένα κορίτσι υπηρέτρια, ας ψάξουν να βρουν την ετυμηγορία σε κάποια εγκυκλοπαίδεια ή με τα σημερινά δεδομένα στο διαδίκτυο.

Το σίγουρο πάντως είναι, πως αυτή η κατηγορία εργαζομένων τότε, ήταν υπό τις προσταγές των αφεντικών τους ανά πάσα στιγμή και καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας χωρίς ένσημα κι ασφάλιση.

Ευνόητο είναι πως έτρωγαν και κοιμόντουσαν σε κάποια γωνιά του σπιτιού που εργάζονταν, ενώ οι επαφές με άλλους συνομηλίκους τους ήταν περιορισμένες.

Σήμερα, βέβαια, τα πράγματα είναι αρκετά βελτιωμένα σε σχέση με τότε, αλλά η υπηρέτρια ή ο υπηρέτης ήταν, είναι και θα είναι πάντα κάτω από τις ορέξεις και τις προσταγές των αφεντικών του.

Όσο για τον Κωστάκη το παράπονο εκεί που βρισκόταν, δεν ήταν τόσο επειδή έπρεπε να είναι «κερί αναμμένο» απέναντι στα αφεντικά του.

Ούτε γιατί δεν μπορούσε να παίξει, όπως τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, αλλά γιατί του άλλαξαν το όνομα. 

Ως Κωστάκης πήγε για δουλειά, στη συνέχεια έγινε Κώστας και τέλος κατέληξαν να φωνάζουν το παιδί Κότσο.

Αυτό δεν μπορούσε να το χωνέψει με τίποτα και όταν άκουγε αυτήν την προσφώνηση έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του: Εμένα Κωστάκη με λένε κι αυτό το παράπονο του δεν τολμούσε, να το πει σε κανέναν.

 

Έτσι απλά, για να συγκρίνουμε το νόημα της ζωής εκ των πραγμάτων κι όχι με λόγια του αέρα!!! 

 

                  Δημήτρης Ν. Μπουσούνης: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.