Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2026 11:59

Σύμβολο ανθρώπινης αδυναμίας ή έκφραση θεϊκής ισχύος; Η σταύρωση του Χριστού και οι διάφορες ερμηνείες της

Σύμβολο ανθρώπινης αδυναμίας ή έκφραση θεϊκής ισχύος; Η σταύρωση του Χριστού και οι διάφορες ερμηνείες της

Του Γιάννη Πλεμμένου

Με αφορμή τη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου), το κείμενο μας καλεί να δούμε πώς η σταύρωση του Χριστού ερμηνεύτηκε από τους πρώτους χριστιανούς: από ένα τραγικό γεγονός με επίκεντρο το θάνατο του πολυαναμενόμενου Μεσσία σε μια εκούσια θυσία με σκοπό τη λύτρωση των ανθρώπων από την αμαρτία. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται από τις πρώτες δεκαετίες μετά τη σταύρωση, όπως φαίνεται στις επιστολές του αποστόλου Παύλου (που γράφτηκαν στα μισά του 1ου αιώνα). Για τον Παύλο, ο σταυρός του Χριστού, για το μεν πολύ κόσμο είναι ένα ανόητο σύμβολο («μωρία»), ενώ για τους χριστιανούς θεωρείται υπόδειγμα θεϊκής δύναμης (Α’ Κορ. 1). Η μετάβαση αυτή αποτυπώνεται και στα τέσσερα ευαγγέλια, που φέρεται ότι γράφτηκαν μεταξύ 70-110 σε διαφορετικούς τόπους. Εκεί βλέπουμε πώς ο Ιησούς «μεταμορφώνεται» σταδιακά από έναν αδύναμο κατάδικο που ζητά απελπισμένα τη θεϊκή βοήθεια («Θεέ μου θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;») σε  ένα παντοδύναμο Υιό του Θεού, που ανεβαίνει ήρεμα στο σταυρό ζητώντας από το Θεό πατέρα να συγχωρέσει τους σταυρωτές του. 

 

Κατ’ αρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι ο σταυρικός θάνατος αποτελούσε την πιο συνηθισμένη μορφή θανατικής ποινής, που είχε ταυτόχρονα ατιμωτικό χαρακτήρα. Ήδη από την αρχαιοελληνική εποχή, αλλά κυρίως κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, ο δια σταυρού θάνατος αποτελούσε τη θλιβερή κατάληξη οποιασδήποτε εξέγερσης ή απειθαρχίας κατέστελλε η επίσημη εξουσία. Ιδίως στην περιοχή της Παλαιστίνης, έχουν ανευρεθεί από αρχαιολόγους υπολείμματα πασσάλων και άλλα αντικείμενα σταύρωσης (π.χ. καρφιά). Λέγεται μάλιστα ότι μετά από κάθε εξέγερση των Εβραίων, όπως αυτή του 70 μ.Χ. που κατέληξε στην ολοσχερή καταστροφή της Ιερουσαλήμ, σταυρώνονταν χιλιάδες επαναστάτες, που αφήνονταν κρεμασμένοι πολλές μέρες για παραδειγματισμό, ενώ στη συνέχεια ρίχνονταν σε ομαδικούς τάφους για να κατασπαραχτούν από τα αγρίμια και τα όρνεα. Μπορεί ο Ιησούς να μην ήταν επαναστάτης (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης), φαίνεται όμως ότι είχε προκαλέσει μεγάλη κοινωνική αναταραχή στην περιοχή.

Φτάνοντας τώρα στο περιστατικό της σταύρωσης, μπορούμε να διαπιστώσουμε πώς αυτή αναπτύσσεται και αναδιατάσσεται σε καθένα από τα τέσσερα ευαγγέλια. Στο ευαγγέλιο του Μάρκου (που είναι το πιο λακωνικό και μυστηριώδες), ο Ιησούς μοιάζει απόλυτα αδύναμος και εγκαταλελειμμένος. Μια πρώτη αίσθηση της αδυναμίας παίρνουμε από την πορεία του προς το Γολγοθά καθώς σέρνει στους ώμους του το σταυρό (όπως συνηθιζόταν τότε στους κατάδικους) αλλά σύντομα λυγίζει, με αποτέλεσμα οι Ρωμαίοι να αγγαρέψουν ένα περαστικό (που γυρνούσε από το χωράφι του) για να σηκώσει το σταυρό. Αλλά και πάνω στο σταυρό, ο Ιησούς καταφέρνει να μιλήσει μόνο μια φορά φωνάζοντας με απόγνωση στα αραμαϊκά (την καθομιλουμένη της εποχής): «Ελωΐ, ελωΐ, λιμά σαβαχθανί», που σημαίνει «Θεέ μου, θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;». Ταυτόχρονα δέχεται ύβρεις τόσο από τους περαστικούς όσο και από τους αρχιερείς και γραμματείς των Εβραίων, που τον προκαλούν να κατεβεί από το σταυρό αν είναι πραγματικά Υιός του Θεού. Λίγο αργότερα, ο Ιησούς αφήνοντας άλλη μια «μεγάλη φωνή» εκπνέει.

Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου η διήγηση συμπληρώνεται και επαυξάνεται, με τον Ιησού αρχικά να επαναλαμβάνει με «μεγάλη φωνή» την αραμαϊκή φράση ελαφρώς διασκευασμένη («Ηλί, ηλί, λαμά σαβαχθανί»). Η κραυγή δεν γίνεται κατανοητή από τους παρευρισκόμενους που τον λοιδορούν, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά στους περαστικούς, τους αρχιερείς και τους γραμματείς προστίθενται και οι «ληστές» που είναι σταυρωμένοι δίπλα του. Πρόκειται για μια κραυγή αγωνίας, που μεταφράζεται στα ελληνικά («Θεέ μου, θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;»), αλλά προέρχεται από τον Ψαλμό 21 («Ο θεός, ο θεός μου, πρόσχες μοι, ίνα τι εγκατέλιπές με;») που περιγράφει την ανθρώπινη εγκατάλειψη. Ο ψαλμός (που θα χρησιμοποιηθεί και στο ευαγγέλιο του Ιωάννη), παρουσιάζει τον Ιησού (ανθρωπίνως) αδύναμο αλλά και απροετοίμαστο για την έκβαση των γεγονότων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ξαναβρίσκουμε το περιστατικό της αδυναμίας του Ιησού να σηκώσει το σταυρό του στην πορεία προς το Γολγοθά και της επιστράτευσης του περαστικού αγρότη.

Το νέο συγκλονιστικό στοιχείο της αφήγησης του Ματθαίου είναι ό,τι ακολουθεί το θάνατο του Ιησού (που συντελείται επίσης με «φωνή μεγάλη» αλλά χωρίς λόγια). Ενώ το ευαγγέλιο του Μάρκου μιλά για το σκοτάδι που πέφτει την έκτη ώρα (γύρω στις 12 το μεσημέρι) και το καταπέτασμα του Ναού που σχίζεται από πάνω μέχρι κάτω αμέσως μετά την εκπνοή του, την ενάτη ώρα (γύρω στις 3 το απόγευμα), ο Ματθαίος, μαζί με το σχίσιμο του παραπετάσματος, θέλει τη γη να σείεται, τις πέτρες να πετάγονται, τα μνημεία να ανοίγουν και πολλά σώματα «κεκοιμημένων αγίων» να βγαίνουν, να περιφέρονται στην Ιερουσαλήμ και να εμφανίζονται σε πολλούς! Μπροστά σε αυτή την κοσμογονία, ο Ματθαίος προσθέτει και την ομολογία του Ρωμαίου εκατόνταρχου (που υπάρχει και στο ευαγγέλιο του Μάρκου) ότι «αυτός ο άνθρωπος είναι αληθώς Θεού υιός», συμπληρώνοντας επίσης ότι οι παρόντες «εφοβήθησαν σφόδρα».

Η περιγραφή παίρνει νέα δυναμική στο ευαγγέλιο του Λουκά, όπου ο Ιησούς ομιλεί τρεις φορές και μάλιστα σε νέα και καίρια σημεία. Ο πρώτος του λόγος αφορά τους σταυρωτές του, για τους οποίους ζητά από τον Θεό να τους συγχωρήσει λόγω άγνοιας («πατέρα, συχώρα τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν»). Αυξάνονται επίσης και οι θεατές, αφού απέναντι στο σταυρωμένο Ιησού στέκεται «ο λαός θεωρών», οι άρχοντες και οι στρατιώτες, οι οποίοι τον προκαλούν να κάνει κάτι αν είναι θεός. Η πιο θεαματική προσθήκη αφορά τους δύο «κακούργους», ένας από τους οποίους τον «βλασφημεί» για αδράνεια και αδυναμία («αν είσαι συ ο Χριστός, σώσε τον εαυτό σου και εμάς») ενώ ο άλλος τον διορθώνει υπενθυμίζοντας του τη δική τους ενοχή και την αθωότητα του Ιησού. Στην παράκληση του «καλού ληστή» να τον θυμηθεί στη βασιλεία του, ο Ιησούς εκστομίζει το δεύτερο λόγο, που είναι η υπόσχεση να βρεθεί μαζί του και μάλιστα την ίδια μέρα. 

Κάτι επίσης που αλλάζει στο ευαγγέλιο του Λουκά είναι ότι τα κοσμογονικά γεγονότα, που τοποθετούνται μετά την εκπνοή του Ιησού στα προηγούμενα ευαγγέλια (ο ουρανός που σκοτεινιάζει και το καταπέτασμα του Ναού που σχίζεται), εδώ γίνονται αμέσως μετά την υπόσχεση στον «καλό ληστή» και ενώ το ρολόι δείχνει 12 το μεσημέρι (ή έκτη ώρα με το ρωμαϊκό υπολογισμό). Επίσης, όταν φτάνει η στιγμή να ξεψυχήσει ο Ιησούς, αυτό δεν γίνεται σιωπηλά και χωρίς λόγια αλλά με «φωνή μεγάλη»: «πατέρα, στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου». Τέλος, μετά τα θαυμαστά γεγονότα (στα οποία μαζί με το σκοτάδι προστίθεται και μια έκλειψη ηλίου!), ο εκατόνταρχος δεν εκφράζει μόνο το θαυμασμό του αλλά «δοξάζει» το θεό, ενώ οι «όχλοι» φεύγουν «χτυπώντας τα στήθη τους». Ας σημειωθεί ότι η μεταγενέστερη χριστιανική παράδοση θέλει τον εκατόνταρχο να γίνεται χριστιανός (με το όνομα Λογγίνος) και να αποκεφαλίζεται από τον Πιλάτο.

Στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, η ατμόσφαιρα μεταβάλλεται επί το σοβαρότερο και αξιοπρεπέστερο. Εδώ ο Ιησούς (που από το πρώτο ήδη κεφάλαιο ονομάζεται «Λόγος του Θεού») περιγράφεται σαν να αναμένει όλη αυτή την περιπέτεια και να είναι αρκετά προετοιμασμένος και δυνατός. Γι’ αυτό και δεν βασανίζεται από τους στρατιώτες ούτε λοιδορείται από τους περαστικούς, αλλά ούτε και διαλέγεται με κακούργους, αφού σταυρώνεται αόριστα με «άλλους δύο από εδώ και από εκεί» (εντεύθεν και εντεύθεν). Επίσης, φτάνει στο Γολγοθά «βαστάζοντας το σταυρό του» ολομόναχος και χωρίς άλλη βοήθεια. Μεγάλο μέρος της περιγραφής αναλίσκεται στον περίγυρό της ιστορίας και περιλαμβάνει τους αρχιερείς των Ιουδαίων που διαμαρτύρονται στον Πιλάτο για την επιγραφή που έχει καρφώσει στο σταυρό («Ιησούς ο Ναζωραίος, βασιλεύς των Ιουδαίων»), την αποστομωτική απάντηση του Πιλάτου («Ο γέγραφα γέγραφα») και τους στρατιώτες που μοιράζονται τα ιμάτια του Ιησού σε τέσσερα μέρη, ρίχνοντας κλήρο.

Αυτό που διακρίνει την περιγραφή της σταύρωσης από τον Ιωάννη είναι οι λόγοι του Ιησού, που απαντούν σε τρία σημεία της διήγησης αλλά απαρτίζουν τέσσερις ενότητες. Και τούτο διότι στην πρώτη περίπτωση ο Ιησούς απευθύνεται ξεχωριστά στη μητέρα του και τον αγαπημένο του μαθητή (που φέρεται ότι κρύβει τον Ιωάννη), αναθέτοντας στον ένα τη φροντίδα του άλλου («γυναίκα, να ο υιός σου» – «να η μητέρα σου»). Οι επόμενες (τελευταίες) δύο κουβέντες του Ιησού είναι μονολεκτικές αλλά αρκετά δραματικές: πρώτα η λέξη «διψώ» (όταν βλέπει ότι όλα έχουν τελειώσει) και λίγο αργότερα το περίφημο «τετέλεσται», μετά από το οποίο γέρνει το κεφάλι και παραδίδει το πνεύμα του. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι επτά λόγοι του Ιησού στο σταυρό ενέπνευσαν το ομώνυμο ορχηστρικό έργο του μεγάλου Αυστριακού συνθέτη Joseph Haydn (1786). Η κορύφωση του θείου δράματος έρχεται μετά το θάνατο του Ιησού, όταν οι στρατιώτες, για να δουν αν πέθανε, τρυπούν την πλευρά του και βλέπουν να αναβλύζει «αίμα και ύδωρ»!

Όπως προκύπτει από την παραπάνω έκθεση των γεγονότων της σταύρωσης σε κάθε ευαγγέλιο, οι διαφοροποιήσεις είναι μεν ευδιάκριτες και αξιοσημείωτες, πλην όμως ερμηνεύσιμες υπό το φως της πρόθεσης και στοχοθεσίας κάθε συγγραφέα. Το ευαγγέλιο του Μάρκου παρουσιάζει γενικά έναν Ιησού αρκετά μυστηριώδη και εσωστρεφή (όπως όταν ζητά από τους μαθητές του να μην αποκαλύψουν την ιδιότητά του), γι’ αυτό και η συμπεριφορά του στο σταυρό δεν αποτελεί εξαίρεση (νιώθει εγκαταλελειμμένος και συντετριμμένος). Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου, γίνεται προσπάθεια να εξισορροπηθεί η κατάσταση, καθώς τονίζεται το υπερφυσικό στοιχείο μέσα από τη συμμετοχή της φύσης (σκοτεινιά, σεισμός) και της ανάστασης των νεκρών. Στο ευαγγέλιο του Λουκά (που είναι γεμάτο με κοινωνικά μηνύματα), έμφαση δίνεται στο στοιχείο της συγχωρητικότητας μέσα από την άφεση του ενός ληστή, ενώ σε αυτό του Ιωάννη (που θεωρείται το πιο πνευματικό), ο Ιησούς περιγράφεται ως ο αιωνίως υπάρχων Υιός του Θεού, που θυσιάζεται με τη θέλησή του σε επαφή με τον ουράνιο πατέρα του.