Τον Βασίλη Καβανίδη τον θυμάμαι από τότε που κατέβηκε από τις Συκιές της Θεσσαλονίκης και πρωτοσυναντηθήκαμε στην Αθήνα, στο δεύτερο έτος της σχολής Βογιατζή – Τράγκα. Δεν έμοιαζε σαν τους περισσότερους μαθητές. Κουβαλούσε έναν αέρα διαφορετικό, μια ενέργεια που σε παρέσερνε, μια αύρα που σου υπενθύμιζε ότι η ζωή μπορεί να είναι μια άλλη από αυτή που εσύ νομίζεις.
Με τη βέσπα του, το μαύρο γιλέκο και το αιώνιο σκουλαρίκι του στ’ αυτί, σου θύμιζε έναν τύπο που γεννήθηκε με τη στόφα του ρεμπέτη και του ροκά ταυτόχρονα. Όμως αυτός ο χαρακτηρισμός δεν ήταν μόνο εξωτερικός λόγω του στυλ και που είχε. Ήταν και εσωτερικός, σαν τα τρυφερά τραγούδια του Χατζηδάκη που τόσο αγαπούσε.
Ο Χατζηδάκις των Ανθρώπων
«Τι ευχάριστα σκοτείνιασε απόψε αγάπη μου», μου είπες
κι έγινα χαμόγελο πρωινού Μπάτη
σε ξέρες και σε ύφαλα
Ντύθηκες σμαράγδια και κοράλλια
ξάπλωσες στην παραζάλη του όρκου μας
κι εγώ μίκραινα τις ώρες του χωρισμού
αγκάθι αιμάτινο
«παιχνίδι χάρτινο στα χέρια των Αγγέλων»
του Χατζηδάκι των Ανθρώπων
Και το φιλί Αααχ... το φιλί
Έσμιγε τον πόθο με τον πόθο...
Η ματιά του είχε έναν παράξενο πόνο και μια άγρια χαρά. Ήτανε ονειροπόλος και συνειδητά ουτοπικός. Σαν να μην του άρεσε αυτός ο κόσμος και ήθελε να φτιάξει έναν δικό του, πιο συναισθηματικό, πιο δίκαιο, πιο καλλιτεχνικό, με την ελευθερία της αυτοδιάθεσης πάνω απ’ όλα. Μια σχεδόν αναρχική θεώρηση για την κοινωνία, για την τέχνη και τη ζωή.
Από τότε γίναμε φίλοι και συνεργάτες. Δουλέψαμε μαζί κείμενα και ρόλους, αμέτρητες ώρες με συζητήσεις που δεν τελείωναν ποτέ. Χαιρόμασταν τη ζωή σα νέοι, διασκεδάζαμε, γελάγαμε, διαφωνούσαμε, τσακωνόμασταν, αλλά και πάλι μαζί. Και μετά τη σχολή που ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του συναντιόμασταν συχνά και τα λέγαμε.
Μέχρι που η αρρώστια της κατάθλιψης του χτύπησε την πόρτα. Το πάλεψε όσο μπορούσε. Ένας αγώνας δύσκολος που για αρκετά χρόνια φυλακίστηκε στο ρινγκ της απομόνωσης. Έμπαινε και έβγαινε στον εαυτό του και στην κοινωνία. Κάθε φορά τα κατάφερνε και όταν έπεφτε πάλι έμοιαζε σα να είχε αποδεχτεί αυτό το παιχνίδι της μοίρας, σα να ήτανε προετοιμασμένος για τις μεταπτώσεις του.
«Είμαστε από καιρό προετοιμασμένοι
για την πιο τσακισμένη αλήθεια
μα ο πόνος
πόνος»
κι ακούμπησα τα γόνατα στη γη
να ξαποστάσω λίγο
κι από τη φωτιά να ζεσταθώ
κι έχωσα μια χούφτα υγρή άμμο στο στόμα
μια και δεν είχαμε νερό μήτε κρασί
και ήταν όλα γύρω
ξεραμένα.
Αμέτρητα πεσίματα και ξανά πάλι όρθιος. Κάθε φορά με ένα νέο σχέδιο, μ’ ένα νέο όνειρο, με μια καινούργια ελπίδα, για τον κόσμο και τη ζωή και έγραφε. Έγραφε και αυτό τον κρατούσε σε μια ζωντάνια, έστω και προσωρινή. Σαν ένας ήρωας αρχαίας τραγωδίας που κατακρεουργημένος έσερνε το βάρος των πράξεων του, σαν ένας Άτλας που κρατούσε στους ώμους του το γήινο αδιέξοδό του.
Για τη Γη και την Αλήθεια
(Α΄ Εκδοχή)
Εμείς· οι αμφιλεγόμενοι εραστές του απείρου
-πικρόχολοι βοριάδες-
μένουμε τις νύχτες ξάγρυπνοι
σ’ αφιλόξενα της σκέψης δώματα
της πορφύρας των λογισμών
Εμείς·οι αφελείς επαίτες
γνωρίζουμε των πόθων την άκρατη ηδονή
Ψάχνουμε ολοένα στις φύτρες των ονείρων μας
-θες από μανία, θες από σύμπτωση- ψήγματα του εγώ μας.
Γεννιόμαστε αδιέξοδα
πεθαίνουμε το ίδιο
Χρέος άστεργο μας σημαδεύει
σαν σκιές να τριγυρνάμε μέσα σε όνειρό
τ’ ανέξηγα να ερμηνεύουμε
στην παραζάλη του οίστρου μας
Πανάρχαια επιταγή βρυχάται εντός μας
κι η άναρθρη κραυγή γίνεται θρήνος
το χελιδόνι του Μαγιού θάνατος
κι έτσι· ησυχάζουμε για λίγο
Πνοή ζωής είναι για μας.
ο έρωτας το δάκρυ του ανικανοποίητου
ο απομαγνητισμός των γεγονότων
η κορεσμένη ασάφεια
το ξαφνικό και αναπάντεχο
το άφεγγο μυστήριο
και πάλι ο έρωτας
Κατακρεουργημένοι σε λαγκάδια
-απομεινάρια τετελεσμένων μυστηρίων-
εισπνέουμε όνειρα και υγρασία κι όλον τον δύσοσμο αέρα
για να κρατήσουμε βαθιά μέσα μας κάτι από το χαμόγελό της.
Πραγματικά ο Βασίλης Κοβανίδης είχε μια εκστατική και επαναστατική σκέψη, που αρωματιζόταν με πολλές δόσεις απαισιοδοξίας, ερημιάς και αντισυμβατικής αντίληψης της ζωής. Ήξερε πως πολύ δύσκολα θα πετύχαινε ως ηθοποιός, ποιητής και ως άνθρωπος σ’ έναν κόσμο που ποτέ δεν του άρεσε, σε μια ζωή που θεωρούσε όλες τις κοινωνικές της εκφάνσεις μίζερες. Μου τηλεφωνούσε τις νύχτες αργά και μου διάβαζε τις σκέψεις του και τα ποιήματά του.
Κάποιοι από μας ζούνε σε μνήμες
κι άλλοι που έρχονται
κι αυτοί που θα ’ρθουν
σταυρώνουν και σταυρώνονται με άσβεστο πάθος
προσμένοντας ή πιστοποιώντας μιαν Άνοιξη
Προσβλέπουμε στην λύτρωση
σαν άγγελοι του σκότους ή του φωτός
όπως αρμόζει στην περίπτωση
Ελεύθεροι στους αγρούς σαν μελισσολούλουδα
κομπάζουμε τις είρωνες φωνές μας
κι εκεί που κανείς δεν ελπίζει πορευόμαστε
με μιαν ανάμνηση πρωινού ανομολόγητης χαράς
Ήθελε πάντα να του λέω αν άξιζε ένα ποίημα και ταυτόχρονα τι θα μπορούσε ν’ αλλάξει για να το κάνει καλύτερο. Έπειτα εκείνες οι βαθιές φιλοσοφικές κουβέντες μας για τη ζωή και την τέχνη, για το θέατρο που πια είχε εγκαταλείψει σαν ηθοποιός και βέβαια για τον έρωτα και μια σχέση του, που τον είχε σημαδέψει και για χρόνια κουβαλούσε τον πόνο της απώλειάς της μέσα του.
Σε μιαν άβυσσο
αναζητώ με αυταπάρνηση μεγάλη
έναν εαυτό που στροβιλίζεται στα όνειρά μου
σαν θεϊκή πνοή
Αυτό το βράδυ πεθύμησα κι επιθυμώ το κορμί σου
Λέαινα των απόκρυφων
Δούλα του απλήρωτου μεγαλείου
Ιέρεια των πόθων μας και του μέγιστου ποιητή.
Θεωρούσε τον εαυτό του ως πρωτόπλαστο Αδάμ, που μια πραγματική Εύα του έδωσε το μήλο της ερωτικής γνώσης (την έβαλε και στο ψευδωνυμό του «Ευα-γγελος») και από τότε περιπλανιέται εξόριστος στον κόσμο, αναζητώντας παρηγοριά μέσα από την τέχνη, τη φιλοσοφία και την περιθωριακή ζωή.
Στην δική μου...Εύα
Η αράχνη που υφαίνει τον ιστό
Ο καλπασμός των αλόγων
Η δροσιά του πρωινού
Ένα άσχημο όνειρο
Μια γουλιά νερό
Η κίνηση του σύμπαντος
Τα μαθηματικά
Ο φόβος του θανάτου
Η νίκη της αγάπης
Η μουσική
Η ήττα της αγάπης
Η ελπίδα για έναν κόσμο καλύτερο
Μια γυναίκα άγνωστη
Άλλη μια...
Το κλάμα νεογέννητου
Μια χαρά που σβήνει
Ακόμα μια...
Ο κλόουν της Αποκάλυψης
Οι χίλιες βδέλλες της λίμνης Χεβασσά
Οι σκιές το σούρουπο...
.....................................
έχουν κάτι από ’σένα
Το 1989 είχε παίξει στη παράσταση «Ιππείς» του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας. Έπειτα εργάστηκε για λίγα χρόνια στην Αθήνα, παίζοντας σε underground παραστάσεις και παραγωγές για παιδιά και έπειτα, όταν η υγεία του άρχισε να υποτροπιάζει περισσότερο, αναγκάστηκε να ξαναγυρίσει στη γενέτειρά του τη Θεσσαλονίκη, κοντά στην οικογένειά του.
Το όνειρό του για μια διαφορετική οπτική της τέχνης και ειδικότερα της τέχνης του θεάτρου παρέμενε πάντα ζωντανό, με συχνή κριτική για παραστάσεις που παρακολουθούσε, αλλά και με κρυφή την ελπίδα να φτιάξει κάποτε τη δική του αντισυμβατική θεατρική ομάδα, να σκηνοθετήσει και να παίξει έργα που ο ίδιος θα επέλεγε και που θα είχαν τη δική του καλλιτεχνική ματιά και σφραγίδα.
Για τον Βασίλη το θέατρο και η τέχνη γενικότερα, όπως παρουσιαζόταν στα ελληνικά δρώμενα ήταν γερασμένες δράσεις και έπασχαν από την αρρώστια της κοινωνικής σύμβασης και του κομφορμισμού. Ασφυκτιούσε σ’ ένα θεατρικό χώρο που ο συμβιβασμός και η σχέση σου με τα «κυκλώματα», όπως έλεγε και ο ίδιος, είναι απαραίτητα στοιχεία για να πετύχεις κάτι, αλλά ταυτόχρονα και η ταφόπλακα της μοναδικότητάς σου και της ελευθερίας σου.
Μιλούσε και διεκδικούσε μια ανατροπή και μια κατάδειξη της ίδιας της αστικής ζωής, που η κοινωνία φοβάται να δει καθαρά. Διεκδικούσε τη στήριξη του κάθε δημιουργού και τη βοήθεια που θα πρέπει να έχει, ώστε να ολοκληρώσει το προσωπικό του όραμα. Μακριά από στερεότυπα και συμβιβασμούς, μόνο με αυθεντικότητα, ελευθερία και αυτοσυναίσθηση.
Αυτοσυναίσθηση
Χάθηκα μες την χλιδή
της αυτογνωσίας μου
ξεχειλίζοντας ύπαρξη
Δεν θυμάμαι τι ακριβώς συνέβη
παρ’ εκτός μιαν ανάμνηση
γλυκόξινης ηδονής που απόλαυσα
μακάριος
κι ανυποψίαστος
Δεν έχει κανένα νόημα...
Κάθε λογής απόπειρα...
δεν έχει κανένα νόημα
Εκλάπησαν επτά δισεκατομμύρια λιρέτες
Ο εικοστός αιώνας
Παρέρχεται με ταχύτητα ανεμοστρόβιλου…
Μια αναζήτηση της τέχνης, της γνώσης και της αλήθειας πέρα από τα όρια. «Έφαγα το μήλο από την Εύα, εξορίστηκα από τον ματαιόδοξο παράδεισο της κοινωνίας και της πιθανής επιτυχίας και τώρα είμαι ελεύθερος να ψάξω τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης και τα όρια του εαυτού μου». Κάπως έτσι θυμάμαι περιληπτικά το απόσταγμα μιας κουβέντας μας.
Ουτοπικός, σχεδόν συντριπτικός, έβλεπε τη ζωή σαν μια τραυματική εμπειρία, που συνήθως διαλύει τους σκεπτόμενους και ευαίσθητους ανθρώπους.
Πολλές φορές είχα την εντύπωση πως μέσα του είχε πια κτίσει έναν ονειρικό δικό του κόσμο, ανάμεσα στο απόλυτο καλό και στο απόλυτο κακό, μια μυθική χώρα, μια φανταστική πολιτεία.
Άτιτλο
Υπάρχει μια πόλη στο μυαλό μου
κι ένα λιμάνι που με τα ξάρτια του
βαθιά χωμένα στην άμμο
ταξιδεύει
Μια πόλη που έγινε γυναίκα
και στάθηκε στο πλάι μου
Έρωτας·
που γεννήθηκε
από έρωτα
Ο θάνατος
Κι είπα:
«Αχ...Σα μέσα σ’ όνειρό να ησυχάσω
φτιάχνοντας μιαν αγάπη ξύλινη»
Συχνά στις συζητήσεις μας μου έλεγε για την ισορροπία που πρέπει να βρει ο καλλιτέχνης στα άκρα και όχι στη μέση.
Δεν τον ένοιαζε αν το ποτήρι ήταν μισογεμάτο ή μισοάδειο. Ο Κοβανίδης έψαχνε μια γουλιά νερό να ξεδιψάσει από τους αναγκαίους συμβιβασμούς του, δεν υιοθετούσε ποτέ το «πόσο πρέπει», αλλά το «πόσο ήθελε» στην κάθε στιγμή του, ώστε να της δώσει ένα νόημα.
Σαν να μην ήθελε ποτέ να μηδενίσει την απόστασή του από την «ισορροπία», μια ισορροπία που για αυτόν ήταν ατέρμονη διαδρομή και ταυτόχρονα μια βαθυστόχαστη ελπίδα, που πάντα θα του διέφευγε.
Έτσι έκανε ξαφνικά και τεράστια άλματα από το κέντρο προς τα άκρα, μετατοπίζοντας κάθε φορά τα όρια, αμφισβητώντας κάθε μορφή περιορισμού, συντρίβοντας κάθε ταυτότητα των πράξεών του, υπερβαίνοντας τη χρυσή τομή και διατηρώντας το ελεύθερο δικαίωμά του να δίνει τη δική του πάντα ερμηνεία για τη ζωή, τη συνύπαρξη, την τέχνη, την ποίηση. Να δίνει τη δική του «εξήγηση» (που αυτόματα γινόταν για τους περισσότερους γύρω του «παρεξήγηση») για το πού ανήκει, πώς θέλει να ζήσει, πώς έχει τοποθετήσει τα δικά του όρια στη δομή του κόσμου. Ενός κόσμου που πάντα έκανε κριτική για τα δεινά του, που πάντα ήταν απέναντι σε αυτούς που μας εξουσιάζουν.
Μας εκτοπίζουν με χημικά παρασκευάσματα
απ’ τους προγονικούς μας αγρούς
Μας απαγορεύουν
το θειάφι και την λατρεία του
Μας στερούν τον κασσίτερο
το ασήμι
και όλων των ειδών τις οπάλιες πέτρες
Μας επιτρέπουν μόνο
της «αγάπης» τα βιομηχανικά κατάλοιπα
προς χρήση και ανάλωση
πάντα για θεραπευτικούς σκοπούς
-καθώς ανόητα ισχυρίζονται-»
Γέλια πνιχτά ακούγονται απ’ την ομήγυρη
και θρήνοι συνάμα
για ’κείνους που σείστηκαν ολόκορμοι
στην ηφαιστιογενή ορμή της ύπαρξής τους
και πείστηκαν
-σαν κατακάθισαν
κι οι τελευταίες στάχτες-
πως έχασαν
το πιο πολύτιμο συστατικό της ομορφιάς τους το σώμα της αγάπης.
Ο Βασίλης Κοβανίδης ήταν από ’κείνους που σείστηκαν ολόκορμοι
στην ηφαιστιογενή ορμή της ύπαρξής τους και έτσι ακραία έζησε τη ζωή του. Έτσι ακραία θέλησε να τη ζήσει, έστω και αν γνώριζε τις μεγάλες πιθανότητας να έρθει στο τέλος της πολύ σύντομα. Έτσι ακραία πέθανε.
Ωραίος νεκρός
αλήθεια·
και τι τεμπέλης
Το σύννεφο
συγκατανεύει
και το ασυγχώρητο
γαλάζιο
μας προδίδει
Ο Βασίλης Κοβανίδης, ηθοποιός, ποιητής και φίλος μου, έζησε και πέθανε με τον τρόπο που διάλεξε, στα άκρα της ζωής, στις εσχατιές του κόσμου του, στην αναζήτηση της γνώσης και της ελευθερίας, εκεί στα πέρατα της Ύπαρξης.
Ως ακόμα ένας «καταραμένος ποιητής» αλλά ταυτόχρονα και ένας γλυκός και τρυφερός « Χατζηδάκης των ανθρώπων».
ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Αφήστε με
στην άγνοια μου
να υπάρχω
και να ελπίζω.
-Σημείωση: Τα ποιήματα στο κείμενο είναι από την ποιητική του συλλογή:
ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Βασίλης Κοβανίδης (με το ψευδώνυμο Άγγελος-Ευάγγελος) γεννήθηκε το 1966 στην Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στην δραματική σχολή της Θεσσαλονίκης «Παράγκα» και αποφοίτησε από την σχολή Βογιατζή- Τράγκα στην Αθήνα. Εμφανίστηκε στην νεοελληνική λογοτεχνία το 1992 με την πρώτη ποιητική του συλλογή «Ανάμνηση Ζεστού Μεσσημεριού».
Το 2016 εξέδωσε την δεύτερη και τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΑ (Θέρος-Τρύγος-Θάνατος), εκδόσεις Ωδή.
Έφυγε από την ζωή το 2017.
Μιλούν για εκείνον:
Ελισάβετ Σταυρίδου Ηθοποιός-Θεατρολόγος
Από την γειτονιά της Θεσσαλονίκης.
«Ένα γράμμα στο Βασίλη Κοβανίδη, ορμώμενο από τις Συκιές της Θεσσαλονίκης Βασίλη, έμεινες στις λέξεις που τόσο αγαπούσες, στα ποιήματά σου, στις συζητήσεις μας για το θέατρο, στη φωνή σου, στο τραγούδι, στον χορό. Και ιδιαίτερα σ’ εκείνον τον ποντιακό ρυθμό που έμοιαζε να βγαίνει από μέσα σου πριν ακόμη αρχίσεις να χορεύεις.
Σε θυμάμαι να διαβάζεις, να απαγγέλλεις Ρεμπώ, να ψάχνεις μια καινούργια τεχνική της Υποκριτικής, να αναρωτιέσαι, να αμφισβητείς, να ψάχνεις. Τίποτε δεν δεχόσουν εύκολα ως δεδομένο. Ήσουν ηθοποιός, τραγουδιστής, χορευτής, ποιητής. Μα πάνω απ’ όλα ήσουν ένας άνθρωπος που ήθελε να καταλάβει τη ζωή και να τη ζήσει ολόκληρη. Και την έζησες έτσι.
Ήσουν γενναιόδωρος με τους ανθρώπους που αγαπούσες. Είχες τη δική σου ματιά και δεν την εγκατέλειπες εύκολα. Και είχες μια ιδιαίτερη τρυφερότητα για τα ζώα — ίσως γιατί εκεί αναγνώριζες κάτι που αγαπούσες: την αλήθεια χωρίς προσποίηση. Και ύστερα ήταν η ποίησή σου. Διαβάζοντας τα ποιήματά σου τα ποιήματά σου, ξαναβρίσκω μέσα τους κάτι από εσένα. Την ανησυχία σου, την ευαισθησία σου, την ανάγκη σου να ψάχνεις τις λέξεις μέχρι να βρεις εκείνη που θα μπορούσε να πει ακριβώς αυτό που ήθελες. Και κάπως έτσι, Βασίλη, οι λέξεις σου σε κρατούν ακόμη εδώ. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε έναν στίχο και έναν ποντιακό ρυθμό, ανάμεσα στη σκηνή και στη σιωπή, ανάμεσα σε όσα πρόλαβες να πεις και σε όσα έμειναν ανείπωτα, συνεχίζεις να υπάρχεις. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν. Απλώς αλλάζουν σκηνή».
Σταύρος Παρχαρίδης Σκηνοθέτης – Ηθοποιός- Συγγραφέας
«Είχε πάντα εκείνη την ματιά που έβλεπε νόμιζες πέρα από αυτό που αντίκριζε μπροστά του. Με τα όνειρα πάλευε και έτσι πορεύτηκε. Τον γνώρισα στην νιότη της ζωής τότε που όλα μοιάζουν να σου χαμογελούν είχε μεγάλη αγάπη στο θέατρο και τον θυμάμαι επιμελή. Με τους δαίμονες μας παλεύουμε όλοι, ο Βασίλης πότε τους νικούσε και πότε σκίαζαν την σκέψη του. Έμαθα ότι έγραψε μία ποιητική συλλογή το μόνο σίγουρο είναι ότι πρέπει να την διαβάσει ο κόσμος. Μέσα από αυτήν σίγουρα θα δούμε πως πάτησε στο σκοτάδι για να αναρριχηθεί στο φως. Το μόνο σίγουρο είναι ότι άνθρωποι και καλλιτέχνες σαν τον Βασίλη λείπουν από τον κόσμο. Έτσι γιατί απλά διάλεξαν ή τους χρειάστηκε το σύμπαν και τους πήρε νωρίς».
Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Θανάσης Παντές, ο ξένοιαστος καβαλάρης
Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Θύμιος Γεωργόπουλος
Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Χαίρε Ηλία από την «Αλ-αγωνία»
Οι ποιητές που αγαπώ και άλλα μυστήρια όντα… Αγγελική Ψακή – Κωβαίου
Αναζητώντας τους άγνωστους ποιητές: Στέλιος Σταυράκης - "Της πεταλούδας μάγια τα ομορφαίνουν"
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004