Έτσι αναγκάστηκε να προσαρμοστεί και τελικά να βρει τον έρωτα στο πρόσωπο του Μπρεκ, που χάρη στη Σκοτοδίνη άρχισε να ξεχνά τη Φωτεινή Μανεστράκου, που κάποτε είχε αγαπήσει και απέκτησε εμμονή μαζί της μετά τον θάνατό της, που δεν είχε πάψει να θεωρεί δολοφονία, σε πλήρη αντίθεση όμως με κάθε επίσημη εκδοχή.
Ήταν μια αναπάντεχη εξέλιξη αυτή αλλά τόσο ο Μπρεκ όσο και η Σκοτοδίνη δέχτηκαν με ικανοποίηση, όπως και ο Μπούας, που έβλεπε στη σχέση αυτή να εξυπηρετούνται τα σχέδια που είχε κατά νου αλλά δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει.
Οι δύο ερωτευμένοι από την πλευρά τους χαιρόντουσαν πλέον τον έρωτά τους, αδιαφορώντας για όσα γύρω τους συνέβαιναν.
Ο γράφων είδε τον Μπρεκ τόσο ερωτευμένο για πρώτη φορά και μάλιστα να δείχνει πως είχε ξεπεράσει πια την εμμονή του με τον θάνατο της Φωτεινής Μανεστράκου.
Την ίδια άποψη σχημάτισαν ο Ιάσονας και ο Σώζον Γουηβέριος αλλά όχι και η Λουίζα Μπρανκούρ και η Μήντια Γουηβεράκου, που θεωρούσαν πως κάτι κρυβόταν πίσω από τη στάση του Μπρεκ.
Και όμως δεν κρυβόταν τίποτα πίσω από τη στάση του. Είχε πάλι ερωτευτεί και αυτό τον ενδιέφερε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Η εμμονή του για τη Φωτεινή Μανεστράκου είχε ήδη αρχίσει να γίνεται παρελθόν.
Η Σκοτοδίνη από τη μεριά της χαιρόταν την κάθε στιγμή με τον Μπρεκ, χωρίς κανένα ενδοιασμό.
Εν ολίγοις και οι δύο πετούσαν στους εφτά ουρανούς και δεν είχαν σκοπό να προσγειωθούν και μάλιστα ανώμαλα.
Και όμως αυτό θα συνέβαινε και μάλιστα σύντομα, όταν ο μοιραίος άντρας στη ζωή της Σκοτοδίνης έκανε αναπάντεχα την εμφάνισή του.
“Ποιοι τον κάλεσαν άραγε;” και έφερε τα πάνω κάτω όχι μόνο στους δύο ερωτευμένους αλλά και σε εκείνους που τον είχαν προσκαλέσει.
-ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ-
Αρ. Μητρώου Μ.Η.Τ. 262004